ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Ν.Υ. ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
 
ή δοκιμάστε την προηγμένη αναζήτηση 

Αναλυτική Αναζήτηση
Χρησιμοποιήστε την αναλυτική αναζήτηση με φίλτρα για καλύτερα στοχευμένα αποτελέσματα
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΣτΕ 2635/1980
Αριθμός Απόφασης : 2635
'Ετος : 1980
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας


Αριθμός 2635/1980
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΕΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκείμενον εκ των μελών αυτού Ν. Μπουροπούλου, Προέδρου, Αθ. Τσούτσου, Δ. Καλοδούκα, Ηλ. Ντόκα, θ. Κουρουσοπούλου, Π. Μακροπούλου, Κ. Κακούρη, Κ. Λασσαδού, Β. Ρώτη, Μ. Μουζουράκη, Δ. Παϊζη, Μ. Δεκλερή, Σπ. Νικολάου, Κ.Μ. Χαλαζωνίτη, Χρ. Φατούρου, Β. Μποτοπούλου, Φ. Κατζούρου, Σ. Γιάγκα, Αν. Μαρίνου, Συμβούλων της Επικρατείας, Ι. Κουνδούρου και Ιω. Τζεβελεκάκη, Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας

Συνεδριάσαν Δημοσία εν τω ακροατηρίω του τη 13η Ιουνίου 1980, παρόντος και του Γραμματέως του Συμβουλίου Αντ. Τζωρτζάκη, ίνα δικάση την κατωτέρω εκτιθέμενην υπόθεσιν επί τη από 27ης Οκτωβρίου 1979 αιτήσει:

τ ο υ  ***, κατοίκου Αθηνών (οδός ***, αριθμ. ***), παραστάντος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργ. Κουμάντου, δυνάμει πληρεξουσίου,

κ α τ ά

των 1) Υπουργού Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και 2) Εκκλησίας της Ελλάδος, μη παραστάντων και 3) Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, παράστασης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ευστρ. Φραγκούλη, δυνάμει πληρεξουσίου,

π ε ρ ί

ακυρώσεως της παραλείψεως του Μητροπολίτου Φλωρίνης, Πρεσπών και Αριδαίας όπως κηρύξη και πνευματικώς λελυμένον τον γάμον του αιτούντος λυθέντα αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 48/1979 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλωρίνης.

Α κ ο ύ σ α ν του εισηγητού, Συμβούλου της Επικρατείας Κ. Κακούρη, αναγνόντος και αναπτύξαντος την γνώμη του Τμήματος, καθ' ον το ιστορικόν της προκειμένης υποθέσεως έχει ως έπεται:

Δια της υπ' αριθμ. ***/1979 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Φλωρίνης, ελύθη ο γάμος του αιτούντος. Δια του υπ' αριθμ. 923/10.7.79 εγγράφου του, περιελθόντος εις την Ιεράν Μητρόπολιν Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας την ***.1979, ο εισαγγελεύς Πρωτοδικών Φλωρίνης, διεβίβασε την από ***.***.79 αίτησιν του αιτούντος, μετ' αντιγράφου της ρηθείσης αποφάσεως και, γνωρίζων άμα ότι αύτη κατέστη αμετάκλητος, παρεκάλεσε να λυθή ο γάμος και πνευματικως. Δια της υπό κρίσιν αιτήσεως, ζητείται η ακύρωσις της παραλείψεως του Μητροπολίτου Φλωρίνης να προβή εις πνευματικήν λύσιν του γάμου, εκδηλωθείσης, κατά τον αιτούντα, δια της παρόδου απράκτου τριμήνου.

Δια της υπ' αριθμ. 945/1980 αποφάσεως του επιληφθέντος της αιτήσεως Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρεπέμφθησαν ενώπιον της Ολομελείας του δικαστηρίου, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας και της γενικωτέρας σημασίας των, τα γεννηθέντα ζητήματα, προς επίλυσιν, ως και η όλη υπόθεσις.

Α κ ο ύ σ α ν του πληρεξουσίου του αιτούντος, αναπτύξαντος και προφορικώς τους λόγους της υπό κρίσιν αιτήσεως και αιτησαμένου την παραδοχήν αυτής και του πληρεξουσίου της καθ' ης η αίτησις Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, αιτησαμένου την απόρριψιν ταύτης.


Ι δ ό ν  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ ε φ θ έ ν  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο ν

 

Επειδή, δια την υπό κρίσιν αίτησιν, κατεβλήθησαν τα κατά νόμον τέλη, ως προκύπτει εκ των υπ' αριθμ. *** και ***, έτους 1979, τριπλοτύπων του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, και παράβολον, ως προκύπτει εκ των υπ' αριθμ. ***, ***και ***ειδικών εντύπων παραβόλου.

Επειδή, δια της υπ' αριθμ. ***/1979 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Φλωρίνης, ελύθη ο γάμος του αιτούντος. Δια του υπ' αριθμ. ***/***79 εγγράφου του, περιελθόντος εις την Ιεράν Μητρόπολιν Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας την ***1979, ο εισαγγελεύς Πρωτοδικών Φλωρίνης διεβίβασε την από ***.79 αίτησιν του αιτούντος, μετ' αντιγράφου της ρηθείσης αποφάσεως, και, γνωρίζων άμα ότι αυτή κατέστη αμετάκλητος, παρεκάλεσε να λυθή ο γάμος και πνευματικώς. Δια της υπό κρίσιν αιτήσεως, ζητείται η ακύρωσις της παραλείψεως του Μητροπολίτου Φλωρίνης να προβή εις πνευματικήν λύσιν του γάμου, εκδηλωθείσης, κατά τον αιτούντα, δια της παρόδου απράκτου τριμήνου.

Επειδή, δια της υπ' αριθμ. 945/1980 αποφάσεως του επιληφθέντος της αιτήσεως Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρεπέμφθησαν ενώπιον της Ολομελείας του δικαστηρίου, λόγω της μείζονος σπουδαιότητος και της γενικωτέρας σημασίας των τα γεννηθέντα ζητήματα, προς επίλυσιν, ως και η όλη υπόθεσις. Επειδή, το άρθρον 49 του Ν. 590/77 (ΦΕΚ 146) «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» ορίζει τα εξής: «1. Η ιερολογία του γάμου τελείται μετά προηγουμένην έγγραφον άδειαν του Αρχιερέως του τόπου της τελέσεως ή του επιτρόπου αυτού. Δια την χορήγησιν της αδείας, απαιτείται και προηγουμένη έγγραφος υπεύθυνος δήλωση των μελλονύμφων περί μη υπάρξεως ως προς αυτούς αναβλητικού τίνος κωλύματος ... 4. Τα των γάμων κατά μεν το πολιτικόν μέρος υπάγονται εις τα πολιτικά δικαστήρια κατά δε το πνευματικόν εις τας Εκκλησιαστικάς Αρχάς». Το άρθρον 50, αυτόθι, ορίζει τα εξής: «1. Προκειμένης εγέρσεως αγωγής διαζυγίου, τα κατά την απόπειραν συμβιβασμού ενώπιον του Επισκόπου διέπονται υπό των άρθρων 593 και επέκεινα του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. 2. Καταστάσης αμετακλήτου της δικαστικής αποφάσεως, δι' ης ακυρούται ο γάμος ή λύεται ούτος δια διαζυγίου, ο παρά τω εκδόντι την αμετάκλητον απόφασιν δικαστηρίω Εισαγγελεύς κοινοποιεί, τη αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον, αντίγραφον ταύτης εις τον εκδόντα την άδειαν του γάμου Αρχιερέα, όστις, εν συνεχεία, προβαίνει υποχρεωτικώς εις την ακύρωσιν ή την λύσιν του γάμου και πνευματικώς ...». Παρομοίαν προς την τελευταίαν ταύτην διάταξιν περιέλαβον και οι προηγηθέντες διαδοχικοί καταστατικοί χάρται της Εκκλησίας της Ελλάδος, το πρώτον δε η πνευματική λύσις του γάμου προεβλέφθη εν τη νομοθεσία δια του άρθρου ΙΖ του Ν. ΣΑ/1852 «Περί Ιεράς Συνόδου», αφού προηγουμένως η Ιερά Σύνοδος, δια της από 12.11.1835 Εγκυκλίου αυτής, εκδοθείσης μετά την δια του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας του έτους 1854 ανάθεσιν εις τα πολιτικά δικαστήρια της κρίσεως περί λύσεως του γάμου δια διαζυγίου, είχε παραγγείλει προς τους Επισκόπους να προβαίνουν, ματά την απόφασιν του πολιτικού δικαστηρίου, και εις εκκλησιαστικήν λύσιν του γάμου. Εκ τούτων προκύπτει ότι θεσμός της λύσεως του γάμου, μετά την αμετάκλητον απόφασιν του πολιτικού δικαστηρίου, και δια πράξεως Οργάνου της Εκκλησίας έχει πηγήν τον νόμον της Πολιτείας, ως άλλωστε και πάντα τα περί τον θεσμόν του γάμου, τα οποία ανέκαθεν από της ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους υπήγοντο εις την κυριαρχικήν αρμοδιότητα του νομοθέτου. Και ναι μεν χρησιμοποιείται υπό του νομοθέτου ο όρος «πνευματική» λύσις του γάμου, ουδόλως όμως εντεύθεν έπεται ότι αναγνωρίζεται εις την αρμοδιότητα ταύτην δογματικόν περιεχόμενον ή ότι συναρτάται αύτη προς θρησκευτικόν τι λειτούργημα. Ο νόμος επιτάσσει την πνευματικήν λύσιν του γάμου ως διαπιστωτικήν ενέργειαν του αρμοδίου Επισκόπου, μη έχοντος να ερευνήση ειμή μόνον αν έχει εκδοθή αμετάκλητος απόφασις περί διαζυγίου υπό του πολιτικού δικαστηρίου, ως δέσμια δε η ενέργεια αύτη προεβλέπετο και υπό των προϊσχυσασών διατάξεων, ως και υπό του άρθρου 99 του σχεδίου της Κληρικολαϊκής Επιτροπής, έτους 1914, περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (μη καταστάντος τελικώς νόμου του Κράτους), το οποίον μάλιστα προέβλεπε και ότι «ο .... παραλιπών να κηρύξη πνευματικών λελυμένον τον γάμον Αρχιερεύς υποβάλλεται εις εκκλησιαστικήν ποινήν ... .Τον δε γάμον κηρύσσει πνευματικώς λελυμένον εις των Συνοδίκων Αρχιερέων εντολή της Ιεράς Συνόδου». Κατ' ακολουθίαν τούτων η πνευματική λύσις του γάμου, έρεισμα έχουσα τον νόμον της Πολιτείας και όχι ιερόν Αποστολικόν ή Συνοδικόν κανόνα δογματικής φύσεως και μη αναγόμενη εις το δόγμα ή εις την θείαν λατρείαν ή εις την τέλεσιν θρησκευτικού λειτουργήματος (εφ' ω και προβλέπεται, ουδέ τελείται σχετικώς ιεροτελεστία ή ανάγνωσις ευχών), ως περιεχόμενον έχει την διαπίστωσιν υπό της Εκκλησίας του γεγονότος της επελθούσης, δια της αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, λύσεως του γάμου, εις ην η Εκκλησία ουδόλως συμπράττει κατά νόμον. Επομένως, η άρνησις του οικείου Μητροπολίτου να προβή εις πνευματικήν λύσιν του γάμου, αναγόμενη ουχί εις την εκτέλεσιν θρησκευτικού λειτουργήματος, αλλ' εις την άσκησιν διοικητικής αρμοδιότητος, είναι πράξις διοικητικής φύσεως και παραδεκτώς προσβάλλεται δι' αιτήσεως ακυρώσεως. Αν και, κατά την γνώμην επτά εκ των εχόντων αποφασιστικήν ψήφον μελών του δικαστηρίου, η κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως εκδιδομένη πράξις πνευματικής λύσεως του γάμου είναι φύσεως πνευματικής, ως αφορώσα εις την εσωτερικήν θρησκευτικήν ζωήν του σώματος των πιστών, ήτοι την Εκκλησίαν ως πνευματικής φύσεως Οργανισμόν, διεπόμενον υπό ιερών αποστολικών και συνοδικών κανόνων και ιερών παραδόσεων, κατοχυρουμένων δια των διατάξεων των άρθρων 3 και 13 του Συντάγματος. Ακολουθών ο πολιτειακός νομοθέτης την παράδοσιν των από αιώνων ιστορικών δεσμών του ελληνικού έθνους με την Ορθοδοξίαν, κατά την πίστιν της οποίας ο γάμος είναι μυστήριον άρα και η λύσις αυτού είναι πνευματικής φύσεως, δια μεν την νόμιμον υπόστασιν του γάμου απαιτεί, ως βασικόν θεσμόν της ελληνικής δημοσίας τάξεως, την ιερολογίαν, δια δε την τελείωσιν της λύσεως αυτού και εν τη Εκκλησία απαιτεί και πνευματική, λύσιν υπ' αυτής. Ο εν τούτω σεβασμός υπό της Πολιτείας της εσωτερικής ζωής της Εκκλησίας αποτελεί συνέχεια παραδόσεως, παγιωθείσης ήδη κατά την Βυζαντινήν περίοδον και συνεχισθείσης και επί τουρκοκρατίας, καθ' ην, ως η τέλεσις, ούτω και η λύσις του γάμου ήτο ανατεθειμένη εις τα όργανα της Εκκλησίας. Δια τούτο, μετά την εν έτει 1834 ανάθεσιν της κρίσεως περί λύσεως του γάμου δια διαζυγίου εις τα πολιτικά δικαστήρια, διετηρήθη ο θεσμός της υπό του επισκόπου λύσεως του γάμου «επειδή ο γάμος είναι και μυστήριον και απαιτείται και εκκλησιαστικόν διαζύγιον», κατά την φράσιν της ως άνω από 12.11.1835 Εγκυκλίου της Ι. Συνόδου. Εκ πάντων τούτων, καταφαίνεται ότι η άνω παρατεθείσα διάταξις του άρθρου 50 παρ. 2, χωρούσα εν συνεπεία προς την προηγηθείσαν εξαγγελίαν του άρθρου 49 παρ 4, καθ' ην «τα των γάμων κατά μεν το πολιτικόν μέρος υπάγονται, εις τα πολιτικά δικαστήρια, κατά δε το πνευματικόν εις τας Εκκλησιαστικάς Αρχάς», αναγνωρίζει εις τον οικείον Επίσκοπον, όχι διοικητικήν τινα αρμοδιότητα, ήτις θα ήτο περιττή μετά την δια της αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επέλευσιν των συνεπειών του διαζυγίου εξ απόψεως πολιτειακού δικαίου, αλλά δικαιοδοσίαν πνευματικής λύσεως του γάμου. Οθεν, η πράξις της Εκκλησίας περί λύσεως του γάμου και πνευματικώς δεν είναι δυνατόν να προσβληθή δι' αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχοντος δικαιοδοσίαν έλεγχου της νομιμότητος μόνον επί των διοικητικής φύσεως πράξεων των Οργάνων της Εκκλησίας. Επειδή, περαιτέρω, η κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως εκδιδομένη πράξις, έχουσα πάντως έννομους συνεπείας, ως υποχρεωτική διοικητική διαπίστωσις επελθούσης δια δικαστικής αποφάσεως μεταβολής εις την προσωπικήν κατάστασιν των διατευχθέντων, είναι πράξις εκτελεστή. Αν και, κατά την γνώμην δύο εκ των εχόντων αποφασιστικήν ψήφον μελών του δικαστηρίου, η τοιαύτη πράξις δεν επιφέρει συνεπείας άλλας πέραν των επελθουσών δια της αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως (άρθρα 1368, 1370 και 1354 Αστ. Κώδικος) και, κατά συνέπειαν, δεν είναι πράξις εκτελεστή.

Επειδή, εν προκειμένω, ο αιτών υπέβαλε την από ***.1979 αίτησιν προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλωρίνης, ζητών να ενεργηθούν τα δέοντα παρά τη Μητροπόλει Φλωρίνης "ίνα κηρύξη και αυτή λελυμένον καί πνευματικώς τον γάμον". Η αίτησις διεβιβάσθη υπό του Εισαγγελέως, δια του υπ' αριθ. 923/10.7·1979 εγγράφου του, διαλαμβάνοντος ότι η δικαστική απόφασις κατέστη αμετάκλητος "ως τούτο προκύπτει εκ των συνημμένων εγγράφων", προς την Ιεράν Μητρόπολιν Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας, εις ην επρωτοκολλήθη υπ' αριθμ. ***/***.1979. Παρελθόντος απράκτου τριμήνου, εξεδηλώθη, κατά το άρθρον 45 Ν.Δ. 170/1973, "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας", ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 27 του Ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268), άρνησις του Μητροπολίτου Φλωρίνης όπως προβή εις την οφειλομένην, συμφώνως τη ανωτέρω ερμηνευθείση διατάξει, νόμιμον ενέργειαν της πνευματικής λύσεως του γάμου. Αν και, κατά την γνώμην ενός εκ των εχόντων αποφασιστικήν ψήφον μελών του δικαστηρίου, δεν υφίστατο εν προκειμένω υποχρέωσις της εκκλησιαστικής αρχής προς ενέργειαν διότι το υποχρεωτικόν της πνευματικής λύσεως του γάμου εθεσπίσθη δια του ειδικώς υπό του Συντάγματος (άρθρα 3 και προβλεπομένου Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας εν όψει των τότε λόγων διαζυγίου, ως προς τους οποίους δεν υφίστατο αντίθεσις της Εκκλησίας, δεν ήτο δε εις την πρόθεσιν του νομοθέτου να περιλάβη εις την υποχρεωτικότητα ταύτην και επιγενομένως θεσπιζόμενους λόγους διαζυγίου. Υπό την αντίθετον εκδοχήν το άρθρον 50 παρ. 2 του Καταστατικού Χάρτου θα ήτο αντισυνταγματικόν, διότι, δια τούτου, θα παρίστατο ο νομοθέτης ως επιφορτίζων θρησκευτικόν λειτουργόν δια προσθέτου πολιτειακού έργου ασυμβιβάστου, κατά τας πεποιθήσεις του θρησκευτικού λειτουργού, προς την τοιαύτην ιδιότητα αυτού, πράγμα το οποίον αντίκειται εις την υπό του άρθρου 15 του Συντάγματος κατοχυρουμένην ελευθερίαν της θρησκευτικής συνειδήσεως, αλλά και εις την ελευθερίαν της λατρείας. Κατά την γνώμην δε ετέρου μέλους του δικαστηρίου, δεν έχη εκδηλωθή εν προκειμένω παράλειψις οφειλομένης νομίμου ενεργείας, διότι, κατά την έννοιαν του ρηθέντος άρθρου 45 του Ν.Δ. 170/73, δέον να έχη δημιουργηθή νομίμως υποχρέωσις προς ενέργειαν του αρμοδίου διοικητικού οργάνου και, ακολούθως, να υποβληθή αίτησις υπό του ενδιαφερομένου ίνα κινηθή το τρίμηνον και εκδηλωθή δια της παρόδου του παράλειψις, ενώ, εν προκειμένω, εδημιουργήθη μεν υποχρέωσις, απρόθεσμος, προς ενέργειαν του Μητροπολίτου από της περιελεύσεως εις αυτόν του εγγράφου του Εισαγγελέως, μετά τούτο όμως δεν υπεβλήθη αίτησις του ενδιαφερομένου προς τον Μητροπολίτην.

Επειδή, ο καθ' ου η υπό κρίσιν αίτησις Μητροπολίτης προβάλλει δια του κατατεθέντος υπομνήματος, ότι αι διατάξεις του Ν. 868/79, βάσει του οποίου εξεδόθη η δικαστική απόφασις λύσεως του γάμου, είναι ανίσχυροι ως αντισυνταγματικαί. Η έννοια του ισχυρισμού προδήλως είναι ότι η δικαστική απόφασις είναι ανίσχυρος ή πλημμελής, ως ερειδομένη επί ανίσχυρων διατάξεων. Αλλ' ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος διότι δεν παρέχεται εκ του νόμου δυνατότης ελέγχου υπό του Μητροπολίτου της ορθότητος της κατάστασης αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, της απαγγελούσης το διαζύγιον.

Επειδή, μετά ταύτα, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της άνω ερμηνευθείσης διατάξεως, ο Μητροπολίτης Φλωρίνης ώφειλε να προβή εις πνευματικήν λύσιν του γάμου του αιτούντος. Οθεν, η κατά τ' ανωτέρω εκδηλωθείσα παράλειψις αυτού είναι ακυρωτέα, η δε υπόθεσις αναπεμπτέα αυτώ προς σύννομον ενέργειαν.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Δέχεται την υπό κρίσιν αίτησιν.
Ακυροί την κατά τα εν τω σκεπτικώ εκδηλωθείσαν παράλειψιν του Μητροπολίτου Φλωρίνης να προβή εις πνευματικήν λύσιν του δι 'αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως λυθέντος γάμου του αιτούντος.
Αναπέμπει την υπόθεσιν εις την Ιεράν Μητρόπολιν Φλωρίνης.
Διατάσσει την απόδοσιν του παραβόλου, και
Επιβάλλει εις βάρος της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης την δικαστικήν δαπάνην του αιτούντος εκ δραχμών πέντε χιλιάδων επτακοσίων (5·700).

Εκρίθη, και απεφασίσθη εν Αθήναις τη 13η και 19η Ιουνίου 1980, εδημοσιεύθη δ' αυτόθι τη 26η ιδίου μηνός και έτους.

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς

για τον "ΒΑΛΣΑΜΩΝ" συνδέσεις επικοινωνία συχνές ερωτήσεις όροι χρήσης Copyright © - Web Site by WeC.O.M.