ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΑΠ 1331/2010
Πηγή : ΝοΒ 2011, 389
Αριθμός Απόφασης : 1331
'Ετος : 2010
Δικαστήριο : ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ


Αριθμός 1331/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ***.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ιερού Ενοριακού Ναού ***  ... ΝΠΔΔ με έδρα τους ... όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του *** με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2. Υπουργού των Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών και 3. Ψ3 χας ..., το γένος ..., κατοίκου ..., ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας Λ θυγ. Κ2 και ταύτης ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου της Κ1 θυγ. Κ2, οι οποίοι 2ο και 3η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 13-7-2000 αγωγή της Αναστασίας συζ. Τ, με την από 28-5-2001 αγωγή των Χ και Κ1, και με τις από 9771/29-10-2001, 6054/11-7-2002 κύριες παρεμβάσεις του Ιερού Ναού *** και με την από 5143/13-6-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών υπέρ του Ιερού Ναού, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1559/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 945/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-5-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις ... και ..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Πειραιά και Σπάρτης ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για τη δικάσιμο της 21-5-2008, που είχε οριστεί αρχικά, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 4-11-2009), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και Τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους. Από τη ..., επίσης, έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ...προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτ. 202/19-6-2008 βεβαίωσης του Αρείου Πάγου από την οποία εμφαίνεται ότι: "Από το πινάκιο του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η από 13-02-2007 και με αριθμό κατάθεσης 24/2007 αίτηση του πρώτου κατά του δεύτερου για αναίρεση της 945/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά που είχε προσδιοριστεί για να δικαστεί στις 21.05.2008 αναβλήθηκε τη δικάσιμο της 04-11-2009, για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες", επιδόθηκε, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρε-ξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, στο δεύτερο αναιρε-σίβλητο, ο οποίος στην αρχική δικάσιμο της 21-5-2008 είχε παραστεί με έγγραφη δήλωσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο (της 4-11-2009), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσεί-οντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 24/1997, Ολ. ΑΠ 15-16/1996), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της με το οποίο στρέφεται κατά της υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητης, καθολικής διαδόχου της Λ θυγ. Κ2, επίσης, καθολικής διαδόχου της Κ1 θυγ. Κ2, συνενάγουσας και συνεναγομένης, αντίστοιχα, του αναιρεσείοντα, η οποία δεν συνδέεται με αυτόν -αναιρεσείοντα- με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτής βλάπτουσα τον αναιρεσείοντα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Πράγματα, επίσης, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (και κύριας παρέμβασης) και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 9 και 14, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, καθώς και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, καθώς και το δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 8 περίπτ. α', 14 και 9 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "Ο ενοριακός Ναός διεκδικεί τον Ι. Ναό των Αγίων Αποστόλων με τα εντός αυτού κινητά πράγματα και τον περιβάλλοντα χώρο του, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για πράγματα εκτός συναλλαγής που ανήκουν αυτοδικαίως κατά κυριότητά του, αφού ο Ιερός Ναός των Αγίων Αποστόλων βρίσκεται στην ενορία του και αποτελεί παρεκκλήσιο του αφιερωμένο στην λατρεία του Θεού. Όμως κατά τα προεκτεθέντα ο δεύτερος των εφεσίβλητων δεν θεωρείται αυτοδικαίως κύριος του Ι. Ναού των Αγίων Αποστόλων απλώς και μόνο επειδή τον εμφανίζει ως παρεκκλήσιό του και θα έπρεπε με την κυρία παρέμβασή του να θεμελίωνε με άλλο τρόπο την κυριότητά του στο ναό, όπως και στα εντός αυτού κινητά πράγματα και στον περιβάλλοντα χώρο του, συνολικού εμβαδού (μαζί με το κτίσμα του ναού) 174 τ.μ. και περαιτέρω, ότι: "Ωστόσο ο δεύτερος των εφεσίβλητων, με την προϋπόθεση ότι ο Ιερός Ναός των Αγίων Αποστόλων είναι πράγματι παρεκκλήσιό του, δηλαδή πράγμα εκτός συναλλαγής νομιμοποιείται έχοντας κατά τα προεκτεθέντα την διοίκηση και την διαχείρισή του να ζητεί την απόδοση του ναού αυτού στην κοινή λατρεία έχει δε διατυπώσει και σχετικό αίτημα με την κυρία παρέμβασή του, το οποίο επίσης έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση. ...", τέλος δε, ότι: "Συμπερασματικά η κυρία παρέμβαση είναι νόμιμη και αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας μόνο προς την παραπάνω κατεύθυνση, δηλαδή της διεκδικήσεως του Ιερού Ναού των Αγίων Αποστόλων όχι κατά κυριότητα, αλλά ως πράγματος εκτός συναλλαγής προς απόδοση στην κοινή λατρεία μέσω του έχοντος την διοίκηση και διαχείριση του δευτέρου των εφεσίβλητων και προς την κατεύθυνση ακριβώς αυτή αποτελεί βασικό αντικείμενο αποδείξεως ο χαρακτήρας του Ιερού Ναού, ως αφιερωμένου στην κοινή λατρεία μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι......". "Συνακόλουθα προς τη ίδια κατεύθυνση ο δεύτερος των εφεσίβλητων νομιμοποιείται να ζητεί και την αναγνώριση της ακυρότητάς του υπ' αριθμό ...δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αίγινας Ν/κ. Ζωγράφου και του υπ' αριθμό ...συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Λυκούρη κατά το μέρος που αφορούν τη διάθεση (μεταβίβαση) κατά κυριότητα του Ι. Ναού των Αγίων Αποστόλων....." και στη συνέχεια: "Να αναγνωρίσει άκυρο το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Νικ. Ζωγράφου, κατά το μέρος που αφορά τον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων στη θέση ... με επιφάνεια κτίσματος 19,055 τετρ. μέτρων και επίσης άκυρη τη μεταβίβαση (εκποίηση) του ναού με το με αριθμό ...αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαι-ογράφου Πειραιά Αικ. ..." και να υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να αποδώσει "τον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων στην κοινή λατρεία μέσω του έχοντος τη διοίκηση και διαχείριση του δευτέρου των εφεσιβλήτων και προς τον σκοπό αυτό ......", έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που δεν προτάθηκε από τον ίδιο με την ένδικη κύρια παρέμβασή του στην εκκρεμή δίκη, δηλαδή ότι έχει δικαίωμα διοίκησης και διαχείρισης στον αμέσως πιο πάνω Ιερό Ναό (παρεκκλήσι), μεταβάλλοντας, έτσι, απαράδεκτα τη βάση της κύριας παρέμβασης, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή δεν απέρριψε την εν λόγω κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, γιατί δεν περιεχόταν σ' αυτή αίτημα για απόδοση του επίδικου Ιερού Ναού στην κοινή λατρεία του Θεού μέσω του κυρίως παρεμβαίνοντας ως έχοντα τη διοίκηση και διαχείριση του τελευταίου - Ιερού Ναού - και, τέλος, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού αίτημα της αμέσως πιο πάνω κύριας παρέμβασης ήταν η απόδοση του Ιερού Ναού στον κυρίως παρεμβαίνοντα "και μέσω αυτού (εντεύθεν) στην κοινή λατρεία" με βάση το δικαίωμα κυριότητάς του στον ίδιο -Ιερό Ναό-. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι (αλλιώς, αναπόδεικτοι), εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει την επίμαχη από 8-7-2002 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 6054/11-7-2002) κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στην εκκρεμή τότε ενώπιόν του δίκη με την ένδικη από 13-7-2000 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 7656/14-7-2000) αγωγή της ... συζ. Τ το γένος Γ, -που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη- κατά της Κ1 θυγ. Κ2 -απώτερης δικαιοπαρόχου της τρίτης αναιρεσίβλητης- και του ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της ακυρότητας του ... πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικ. Λυκούρη, με το οποίο πωλήθηκε το επίδικο ακίνητο από την πρώτη εναγομένη στο δεύτερο εναγόμενο, μολονότι η πρώτη δεν είχε εξουσία διάθεσης (εκποίησής) του και διεκδίκησης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου-αγροτεμαχίου με όλα τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα, καθώς τον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων-, αλλά την από 29-10-2001 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 9771/1-11-2001) κύρια παρέμβαση του πρώτου, επίσης, αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στην εκκρεμή τότε ενώπιόν του δίκη με την από 28-5-2001 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 5028/28-5-2001) αντίθετη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα και της Κ1 θυγ.Κ2 κατά της Αναστασίας συζ. Τ το γένος Γ περί αναγνώρισης της κυριότητας του ίδιου πιο πάνω ακινήτου αρχικά μεν, της πρώτης ενάγουσας, στην συνέχεια δε, του δεύτερου απ' αυτούς, ώστε να διαπιστωθεί η βασιμότητα των λόγων αυτών της αναίρεσης. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 παρ. 4 του 8/1979 (ΦΕΚ Α' 1/1980) Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 590/1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", τα παρεκκλήσια και εξωκλήσια, που τελούσαν μέχρι την έκδοση του Κανονισμού αυτού υπό τη διοίκηση και διαχείριση του ΤΑΚΕ, παρέμειναν σ' αυτό, ενώ όλα τα υπόλοιπα, που είτε υπήρχαν, είτε ιδρύθηκαν έκτοτε ή πρόκειται να ιδρυθούν, υπάγονται ως προς τη διοίκηση και διαχείριση και ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους στον ενοριακό ναό, στα όρια του οποίου βρίσκονται. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ο Ι. Ναός των Αγιών Αποστόλων, με επιφάνεια κτίσματος 19,055 m2 και με την ανατολική πλευρά του να εφάπτεται σχεδόν με τη λεωφόρο ..., βρίσκεται στην ειδικότερη θέση ... και περιλαμβάνεται στο ακίνητο των 3.065 M2, το οποίο μαζί με το ναό αυτό ο πατέρας της πρώτης εφεσίβλητης -που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη- Γ δώρησε με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθ.... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Νικ. Ζωγράφου, ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, στη δεύτερη των (αρχικών) εκκαλούντων -Κ1 θυγ. Κ2, απώτερη δικαιοπάροχος της τρίτης αναιρεσίβλητης- και στις Δ, ... ή ... και ..., προκειμένου αυτές, που ήταν όλες τους μοναχές, να ιδρύσουν και να λειτουργήσουν στο δωρούμενο ακίνητο μονή αφιερωμένη επίσης στους Αγ. Αποστόλους, ως διαλυτική δε αίρεση τέθηκε στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι η δωρεά θα ανατρεπόταν και η κυριότητα του ακινήτου θα επέστρεφε αυτοδικαίως στον δωρητή ή στους κληρονόμους του, αν οι δωρεοδόχες μοναχές δεν ίδρυαν μέσα σε πέντε χρόνια μονή στο ακίνητο ή αν την εγκατέλειπαν ή μετέβαλλαν τη χρήση του ακινήτου ή το μεταβίβαζαν σε πρόσωπα ξένα προς το μοναχικό βίο. Οι μοναχές εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο που τους δωρήθηκε και κατασκεύασαν για τη στέγασή τους κτίσματα 4 κελιών συνολικού εμβαδού 70 ιτι2 και βοηθητικούς χώρους 62 m2. Επίσης (κατασκεύασαν μία στέρνα υδρεύσεως, σοβάτισαν τον περιλαμβανόμενο στο ακίνητο τους Ι. Ναό των Αγ. Αποστόλων, κατασκεύασαν το καμπαναριό του και αντικατέστησαν τα φθαρμένα κεραμίδια της στέγης του. Ο χρόνος ανοικοδομήσεως του ναού αυτού δεν προκύπτει με βεβαιότητα και μάλιστα αμφισβητείται αν προϋπήρχε ή κατασκευάσθηκε από τον Γ, αφού αναφέρεται για πρώτη φορά στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο και όχι και στους τίτλους ιδιοκτησίας του δωρητή ή των δικαιοπαρόχων του. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν μπορεί να έχει ανοικοδομηθεί το έτος περίπου 1850 και να αποτελεί από τότε παρεκκλήσιο του δεύτερου των εφεσίβλητων, όπως αυτός με τον τρίτο των εφεσίβλητων και τους μάρτυρές τους ισχυρίζονται, αφού ο ενοριακός ναός του δεύτερου των εφεσιβλήτων ανοικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1920 και 1925. Ανεξάρτητα πάντως από τον ακριβή χρόνο ανοικοδομήσεως του Ι. Ναού των Αγ. Αποστόλων, ο ναός αυτός είχε ήδη εγκαινιασθεί κατά το χρόνο της παραπάνω δωρεάς του και είχε αφιερωθεί στην κοινή λατρεία του Θεού κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα από τους κόλπους ειδικότερα της Εκκλησίας της Ελλάδας και όχι της θρησκευτικής κοινότητας των παλαιοημερολογιτών, όπως οι εκκαλούντες -ήδη αναιρεσείων και Κ1 θυγ, Κ2- ισχυρίζονται. Αυτό προκύπτει από τη συγκριτική εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδείξεων και προπάντων των ένορκων καταθέσεων ή βεβαιώσεων των μαρτύρων των διαδίκων. Έτσι οι μάρτυρες του δεύτερου και του τρίτου των εφεσίβλητων σαφώς κατέθεσαν ή βεβαίωσαν ένορκα ότι ο εφημέριος του δεύτερου των εφεσίβλητων ... κατά τη διάρκεια των ετών 1943-1953, στη συνέχεια ο εφημέριος ... κατά τη διάρκεια των ετών 1953-1992 και τέλος ο εφημέριος... από το έτος 1992 και μετέπειτα τελούσαν στον Ι. Ναό των Αγ. Αποστόλων ανενόχλητα και με πλήθος πιστών στις 30 Ιουνίου κάθε χρόνου τη θρησκευτική πανήγυρη των Αγ. Αποστόλων και ευκαιριακά άλλες θρησκευτικές τελετές και μυστήρια, μεταξύ των οποίων και το γάμο της ... το έτος 1949. Αντίθετα οι μάρτυρες που κατέθεσαν ή βεβαίωσαν ένορκα για λογαριασμό των εκκαλούντων αναφέρθηκαν αορίστως σε τέλεση από παλαιοημερολογίτη ιερέα θρησκευτικών τελετών στον Ι. Ναό των Αγ. Αποστόλων και μόνον ο μάρτυρας ..., ο οποίος με το υπ' αριθ. ... Αρχιερατικό Γράμμα του παλαιοημερολογίτη Μητροπολίτη Πειραιώς και Σαλαμίνας διορίσθηκε εφημέριος του ναού αυτού στους κόλπους της Εκκλησίας των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών (παλαιο-ημερολογιτών), κατέθεσε ότι τέλεσε στο ναό αυτό τη θρησκευτική πανήγυρη των Αγ. Αποστόλων κατά το παλαιό ημερολόγιο το έτος 1990. Σε κάθε περίπτωση οι όποιες θρησκευτικές τελετές έγιναν από παλαιοημερολογίτες ιερείς στον Ι. Ναό των Αγ. Αποστόλων δεν ήταν συστηματικές, αλλά σπάνιες, και δεν απέσπασαν το ναό αυτό από τους κόλπους της Εκκλησίας της Ελλάδος προκειμένου να τον εντάξουν στη θρησκευτική κοινότητα των παλαιοημερολογιτών. Βέβαια μ' εξαίρεση τη μοναχή Β που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο και από το έτος 1953 μονάζει στην Ι. Μονή ..., οι υπόλοιπες μοναχές, στις οποίες δωρήθηκε κατά τα προεκτεθέντα ο Ι. Ναός των Αγ. Αποστόλων ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ακολουθούσαν ή μεταγενέστερα έστω ακολούθησαν το παλαιό ημερολόγιο και συνεπώς η μονή και κατ' ακριβολογία το ησυχαστήριο, που οι μοναχές ίδρυσαν πλησίον του Ι. Ναού των Αγ. Αποστόλων και μέσα στα όρια του ίδιου μεγαλύτερου ακινήτου, εντάσσεται τελικά στο κλίμα της θρησκευτικής κοινότητας των παλαιοημερολογιτών. Το γεγονός όμως αυτό δεν διαφοροποιεί την κατάσταση ως προς τον Ι. Ναό των Ο Αγ. Αποστόλων, αφού ναι μεν οι μοναχές και κυρίως η Δ έκαναν προσθήκες, επισκευές και βελτιώσεις στο ναό αυτό και γενικώς τον φρόντιζαν και τον περιποιούνταν, αυτό όμως γινόταν με την άδεια ή την ανοχή του δεύτερου των εφεσίβλητων, ο οποίος τηρούσε και βιβλίο εσόδων και εξόδων για το ναό. Δηλαδή ο Ι. Ναός και το ησυχαστήριο των Αγ. Αποστόλων δεν αποτέλεσαν οργανική ενότητα, γι' αυτό ο χαρακτήρας του ησυχαστηρίου ως καθιδρύματος των παλαιοημερολογιτών δεν απορρόφησε στην ίδια κοινότητα και τον ομώνυμο ναό, αλλά αυτός παρέμεινε υπό τη διοίκηση και διαχείριση του δεύτερου των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και απλώς για λόγους πρακτικούς τον φρόντιζαν και τον περιποιούνταν με την άδεια ή την ανοχή των οργάνων του ενοριακού ναού και οι μοναχές από το παρακείμενο ησυχαστήριο, οι οποίες για το λόγο αυτό διατηρούσαν ελεύθερη την πρόσβαση στο ναό για οποιονδήποτε το επιθυμούσε, ενώ και οι ίδιες είχαν χαλαρή μόνο σύνδεση με τις εκκλησιαστικές αρχές των παλαιοημερολογιτών. Μάλιστα στο ησυχαστήριο είχαν παραμείνει από το έτος 1953 μόνο δύο μοναχές, αφού το έτος αυτό εκτός από τη Β αποχώρησε και η .... Οι υπόλοιπες δύο μοναχές μόνασαν συστηματικά στο ησυχαστήριο μέχρι το έτος 1982. Το έτος αυτό πέθανε η Δ και έκτοτε η δεύτερη των εκκαλούντων συνέχισε να μονάζει στο ησυχαστήριο κατά τους θερινούς μόνο μήνες μέχρι το έτος 1994, οπότε ουσιαστικά το εγκατέλειψε και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Έχοντας πλέον εγκαταλείψει το ησυχαστήριο η δεύτερη των εκκαλούντων πώλησε στον πρώτο αυτών το όλο ακίνητο που είχε δωρήσει ο Γ και για το σκοπό αυτό συντάχθηκε και μεταγράφηκε νόμιμα το υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαι-ογράφου Πειραιώς Αικ. Λυκούρη. Με τα παραπάνω δεδομένα τόσο το αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο όσο και το υπ' αριθ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Νικ. Ζωγράφου είναι άκυρα κατά το μέρος που αφορούν τη διάθεση (μεταβίβαση) του Ι. Ναού των Αγ. Αποστολών, δηλαδή παροχή απαγορευμένη από το νόμο, αφού ο ναός αυτός είναι πράγμα εκτός συναλλαγής και ειδικότερα παρεκκλήσιο του δεύτερου των εφεσιβλήτων. Μάλιστα ενώ ως προς την πώληση του ναού η ακυρότητα περιορίζεται κατά τα προεκτεθέντα μόνο στην εκποιητική διάσταση της πωλήσεως, δηλαδή στην ενσωματωμένη στη σύμβαση της πωλήσεως μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση, η δωρεά του ναού, ως σύμβαση που καταρτίσθηκε υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, είναι άκυρη τόσο κατά την ενοχική όσο και κατά την εμπράγματη (εκποιητική) διάστασή της. Ο δεύτερος λοιπόν των εφεσιβλήτων, ο οποίος έχει τη διοίκηση και διαχείριση του ευρισκόμενου στα όρια της ενορίας του παρεκκλησίου των Αγ. Αποστόλων, νομιμοποιείται να ζητεί ν' αναγνωρισθεί ως άκυρη η δωρεά του παρεκκλησίου και η μεταβίβασή του ακολούθως λόγω πωλήσεως και επίσης νομιμοποιείται να ζητεί την απόδοσή του στην κοινή λατρεία εκ μέρους του πρώτου των εκκαλούντων, ο οποίος με την πώληση το παρεκκλησίου σ' αυτόν ως τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου περιέφραξε το όλο ακίνητο και απέκοψε την ελεύθερη πρόσβαση στο παρεκκλήσιο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες (έναντι και μόνο των εκκαλούντων, δηλαδή του αναιρεσείοντα και της Κ1 θυγ. Κ2) την κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσίβλητου Ιερού Ενοριακού Ναού, καθώς και την πρόσθετη υπέρ του τελευταίου-κυρίως παρεμβαίνοντα- παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου Υπουργού των Οικονομικών ως ασκούντα την εποπτεία των καταλειπόμενων κληρονομίων, κληροδοσίων και δωρέων υπέρ, κοινωφελών σκοπών, δηλαδή σε αντιστοιχία, με τις μη θιγόμενες διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης και με ενσωμάτωση των συμβατών αιτιολογιών της, και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει το παρεκκλήσι των Αγίων Αποστόλων στην κοινή λατρεία μέσω του έχοντος τη διοίκηση και διαχείριση πρώτου αναιρεσιβλήτου. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις του Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφού περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα περί του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει τη διοίκηση και διαχείριση του παρεκκλησίου των Αγίων Αποστόλων, που βρίσκεται μέσα στην ενορία του και που υπάρχει από το έτος 1945, αφού τηρούσε βιβλίο εσόδων και εξόδων για το παρεκκλήσι και για λόγους πρακτικούς το φρόντιζαν και το περιποιούνταν με την άδεια ή την ανοχή των οργάνων του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και οι μοναχές από το παρακείμενο ησυχαστήριο και, κατά συνέπεια, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται πρόσθετα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το πιο πάνω παρεκκλήσι δεν τελούσε υπό τη διοίκηση και διαχείριση του ΤΑΚΕ. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού, μολονότι δέχθηκε την υπαγωγή του παρεκκλησίου των Αγίων Αποστόλων στη διοίκηση και διαχείριση του πρώτου αναιρεσίβλητου, Ιερού Ναού, δεν δέχθηκε, παράλληλα, ότι συνέτρεξε μια από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 παρ. 4 του Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος" περί Ιερών Ναών και Ενοριών" και, έτσι, διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 945/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Copyright © - Web Site by WeC.O.M.