ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Ν.Υ. ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
 
ή δοκιμάστε την προηγμένη αναζήτηση 

Αναλυτική Αναζήτηση
Χρησιμοποιήστε την αναλυτική αναζήτηση με φίλτρα για καλύτερα στοχευμένα αποτελέσματα
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΣτΕ 530/1932
Αριθμός Απόφασης : 530
'Ετος : 1932
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας (Ολομέλεια)


Αριθμός 500/1932
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΕΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκείμενον εκ των Κ.Δ. Ρακτιβάν, Προέδρου, Σ. Παπαντωνάκη, Θ. Αγγελοπούλου, Δ. Πολίτη, Χ. Οικονομοπούλου, Α. Γαζή, Μ. Τσαμαδού, Συμβούλων, Ν. Καμπάνη και Δ. Τσουπλακίδη παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Συνεδριάσαν δημοσία εν τω ακροατηρίω του τη ... Ιουνίου 1932 παρόντος και του Γραμματέως του Συμβουλίου Δ. Κοντογιάννη, ίνα αποφασίση επί της από 12 Μαΐου 1932 αιτήσεως ακυρώσεως των Θ. Παναγοπούλου, Σ. Γεωργιάδου, Νικ. Καραβέλα, Ευμ. Παπαλεωνίδου, Κ. Ιωαννίδου, Π. Ιωάννου, Θ. Παπανικολάου, Θ. Τσούδα, Α. Αναγνωστοπούλου, Α. Θεοδώρου, Π. Ζαρειφοπούλου, Α. Σταθοπούλου, Γ. Θεοδωροπούλου, Φ. Ευθυμίου, Χ. Λιάσκου, Γ. Ψαράκου, Ν. Γιαννοπούλου, Γ. Δημητρίου, Σ. Αναστασοπούλου, Δ. Οικονόμου και Π. Δρημάλη, απάντων μοναχών της εν Αιγιαλεία Ιεράς Μονής των Ταξιαρχών, παραστάντων δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Χρ. Καμηλαροπούλου, κατά του Οργανισμού και Κανονισμού των Ιερών Μονών, εισαχθέντος δια της υπ' αριθμ. 551/ εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος και κατά του Υπουργού της Παιδείας αντιπροσωπευομένου δια του Νομικού Συμβούλου Γ. Μαρκοπούλου.

Ακούσαν του Εισηγητού Παρέδρου Δ. Τσουπλακίδη αναγνόντος την έκθεσιν αυτού, καθ' ην το ιστορικόν της προκειμένης υποθέσεως έχει ως έπεται. Επί τη βάσει του άρθρου 23 του Ν. 4684 "περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας", η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συνέταξεν οργανισμόν και κανονισμόν των Μοναστηρίων δι' ου εις απάσας τας ανά το Κράτος Μονάς εισάγεται το κοινοβιακόν πολίτευμα. Του ως άνω Οργανισμού και Κανονισμού κοινοποιηθέντα, προς εφαρμογήν και εις το ηγούμενο συμβούλιον της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας, δια της υπ' αριθμ. 228/204 της 17 Μαρτίου 1932 διαταγής, της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, προσβάλλουσιν ήδη οι μοναχοί της ως άνω Μονής, ιδιορρύθμου ούσης, δια της υπό κρίσιν και από 12 Μαΐου 1932 αιτήσεώς των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αιτούμενοι την ακύρωσιν αυτής δια τους εξής λόγους. 1) Διότι η εισαγωγή του κοινοβιακού συστήματος, αποτελούντος κατά πάντα άρνησιν της ιδιοκτησίας, θέλει έχει ως συνέπειαν το να στερηθώσιν οι μοναχοί της περιουσίας των κατά παραβίασιν του άρθρου 19 του Συντάγματος και 2) Διότι η παρά την θέλησιν των μοναχών υπαγωγή αυτών εις το κοινοβιακόν σύστημα, συνεπάγεται περιορισμόν του δικαιώματος του μοναχού, επί του κατά βούλησιν ζην, όστις, ασπαζόμενος τον μοναχικόν βίον διατηρεί το κατά το ιδιόρρυθμον πολίτευμα ελευθέρως ζην και 3) Διότι η διάκρισις των μοναστηρίων εις κοινοβιακά και εις ιδιόρρυθμα, αποτελεί ιεράν της εκκλησίας παράδοσις, ην δεν δύναται να τροποποιήση η εκκλησία, διότι τούτο πράττουσα παραβιάζει το άρθρον 1 του Συντάγματος.

Επί της προκειμένης υποθέσεως προκύπτουσι τα εξής ζητήματα. 1. Αν παραδεκτώς προσβάλληται η καθ' ης η προσφυγή πράξις και, 2. Αν εισί νόμω βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρότητος.

Εφ' ων ο Εισηγητής ανέπτυξε τας γνώμας αυτού.

Ακούσαν του πληρεξουσίου των προσφευγόντων αναπτύξαντος τους λόγους της προσφυγής και αιτησαμένου την παραδοχήν αυτής, του αντιπροσώπου του Δημοσίου ζητήσαντος την απόρριψιν ταύτης.

Ι δ ό ν τ α σ χ ε τ ι κ ά

Σ κ ε φ θ έ ν κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο ν

Επειδή η δια της υπό κρίσιν αιτήσεως προσβαλλομένη πράξις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εστηρίχθη επί του άρθρου 23 του Ν. 4684 "περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας", δι' ου ωρίσθη, ότι τα της εσωτερικής λειτουργίας των Μονών θέλει ειδικώτερον ορίσει κανονισμός καταρτιζόμενος υπό της Ιεράς Συνόδου.

Επειδή κατά ταύτα η αυτή προσβαλλομένη πράξις, καθ' ο μέρος δια ταύτης και δη δια της πρώτης παραγράφου του πρώτου αυτής άρθρου εισάγεται εν απάσαις ταις ανά το Κράτος Ιεραίς Μοναίς το κοινοβιακόν πολίτευμα, αποτελεί εφαρμογήν διατάξεως της κειμένης νομοθεσίας και δη τοιαύτης αναφερομένης εις θέμα διοικητικόν, δια την ρύθμισιν του οποίου η πολιτεία κατ' αρχήν εαυτήν αρμοδίαν εθεώρησεν εξουσιοδοτήσασα την εκκλησίαν επί των κατ' αυτό, συνδέεται δε και προς ετέρας διοικητικής φύσεως διατάξεις ως η περί επιδόματος του άρθρου 17 του Ν. ΓΥΙΔ "περί Γενικών Εκκλησιαστικών Ταμείων και διοικήσεως Μοναστηρίων". Κρατικήν άρα λειτουργίαν ως προς την άνω διάταξιν του εσωτερικού οργανισμού ήσκησεν εν προκειμένω η εκκλησιαστική αρχή και δη τοιαύτην συναφή και προς την διοίκησιν των της εκκλησίας, και συνεπώς η σχετική πράξις αυτής από της άνω απόψεως χαρακτήρα διοικητικής τοιαύτης εμφανίζει, υποκειμένης ως εκ τούτου εις προσβολήν δι' αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επειδή τα υπ' ο των αιτούντων μοναχών ιδιορρύθμως μέχρι του δε διαγόντων και επί τη βάσει της κειμένης νομοθεσίας κεκτημένα ήδη δικαιώματα κυριότητος μετά των παρομαρτουσών αυτή νομίμων εξουσιών, απολαύουσι μεν ως τοιαύτα της υπό του άρθρου 19 του Συντάγματος καθιερουμένης, προστασίας, πλην επί του προκειμένου ουδόλως ταύτα εθίγησαν, δια της προσβαλλομένης πράξεως, καθ' όσον και μετά την υπ' αυτής γενομένην εισαγωγήν του κοινοβιακού πολιτεύματος εν ταις Ιεραίς Μοναίς του Κράτους εξακολουθούσι ταύτα παραμένοντα αυτοίς. Συνεπώς τοις άνω απορριπτέος κρίνεται ο πρώτος την υπό κρίσιν αιτήσεως λόγος ως επί ανυποστάτου προϋποθέσεως στηριζόμενος.

Επειδή εν αυτή ταύτη τη φύσει, του μοναχικού θεσμού ως πρώτιστον και κύριον διακριτικόν στοιχείον έγκειται ο περιορισμός της ελευθερίας, του ασπαζομένου τον μοναχικόν βίον οφείλοντος κατά συνέπειαν της απ' αυτού δεδομένης ομολογίας υπακοής να υπακούη αδιαμαρτυρήτως εις τα κελεύσματα των προϊσταμένων αυτού εκκλησιαστικών αρχών, αίτινες και νομίμως επί του προκειμένου προέβησαν εις την εν ταις Ιεραίς Μοναίς εισαγωγήν του κοινοβιακού πολιτεύματος. Απορριπτέος άρα καθίσταται και ο δεύτερος της αιτήσεως λόγος ως νόμω αβάσιμος. Επειδή και ο τρίτος της αυτής αιτήσεως λόγος, καθ' ον η διάκρισις των μοναστηρίων εις ιδιόρρυθμα και κοινοβιακά τοιαύτα αποτελεί ιεράν της εκκλησίας παράδοσιν, ην δεν ηδύνατο να τροποποιήση η προσβαλλομένη πράξις λόγω του άρθρου 1ου του Συντάγματος απορριπτέος εστίν ωσαύτως ως νόμω αβάσιμος, καθ' όσον 1) Η ύπαρξις του ιδιορρύθμου συστήματος δεν αποτελεί ιεράν παράδοσιν υπό την έννοιαν του άνω συνταγματικού άρθρου, ως μη παραδοθείσα υπό των Αποστόλων ή υπό των αμέσων διαδόχων αυτών ουδέ και επί αυθεντίας τινός στηριζομένη. Τουναντίον αύτη απετέλεσεν αντικανονικήν και υπό της εκκλησίας αποκρουσθείσαν παρέκκλισιν από του κοινοβιακού συστήματος, όπερ υπήρξε το μόνον σύμφωνον προς το πνεύμα του μοναχισμού και τους κανόνας εν γένει της εκκλησίας και 2) Και δι' ην έτι περίπτωσιν η ύπαρξις του ιδιορρύθμου πολιτεύματος απετέλει ιεράν παράδοσιν και πάλιν η κατάργησις αυτής δεν θα προσέκρουε παντάπασιν εις την άνω συνταγματικήν διάταξιν, καθ' όσον δια ταύτης περιφρουρούνται μόνον οι δογματικού περιεχομένου κανόνες και ιεραί παραδόσεις ουχί δε και αι διοικητικού τοιούτου, ως η προκειμένη, αίτησις ως τοιαύται δύναται να μεταβληθώσιν οσάκις το κοινόν συμφέρον της Εκκλησίας και πολιτείας τούτο απαιτεί. Επειδή κατ' ακολουθίαν των ως άνω σκέψεων δέον ν' απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις ως νόμω αβάσιμος.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίσιν και από 12 Μαΐου 1932 αίτησιν ακυρώσεως κατά του υπ' ο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος συνταχθέντος Οργανισμού και Κανονισμού των Ιερών Μονών.

Διατάσσει την υπέρ του Δημοσίου κατάπτωσιν του κατατεθέντος παραβόλου και Καταδικάζει τους αιτούντας εις την δικαστικήν δαπάνην του Δημοσίου εκ δραχμών χιλίων πεντακοσίων και τα τέλη της παρούσης.

Εκρίθη και απεφασίσθη εν Αθήναις τη 22α Ιουνίου 1932 και εδημοσιεύθη τη 1η Ιουλίου ιδίου έτους, εκτάκτως.

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς

 

για τον "ΒΑΛΣΑΜΩΝ" συνδέσεις επικοινωνία συχνές ερωτήσεις όροι χρήσης Copyright © - Web Site by WeC.O.M.