ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Ν.Υ. ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
 
ή δοκιμάστε την προηγμένη αναζήτηση 

Αναλυτική Αναζήτηση
Χρησιμοποιήστε την αναλυτική αναζήτηση με φίλτρα για καλύτερα στοχευμένα αποτελέσματα
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΣτΕ 588/2021
Αριθμός Απόφασης : 588
'Ετος : 2021
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας


 

Αριθμός 588/2021
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Δ. Σκαλτσούνης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Μ. Τριπολιτσιώτη, Ιφ. Αργυράκη, Σ. Κτιστάκη, Αικ. Ρωξάνα, Σύμβουλοι, Σπ. Καρύδα, Ε. Κουλεντιανού, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 16 Μαΐου 2019 αίτηση:

των: 1) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής  (***), 2) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής  (***), 3) ***, κατοίκου Βουλιαγμένης (***), 4) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (***), 5) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (***), 6) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (***), 7) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (***), 8) ***, κατοίκου Βουλιαγμένης (***) και 9) ***, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (***), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο *** (Α.Μ. ***), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της παρεμβαίνουσας Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Θεόδωρο Παπαγεωργίου (Α.Μ. 24288), που τον διόρισε με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί το από 5.4.2019 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 188/9.4.2019)
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ιφ. Αργυράκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίσιν αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη εξ αποστάσεως, με τη χρήση υπηρεσιακών τεχνολογικών μέσων,  κ α ι 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (e-παράβολο 27657819595907150036). 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ζητείται η ακύρωση του π.δ. της 5.4.2019 (ΦΕΚ τευχ. Υ.Ο.Δ.Δ. 188/9.4.2019), με το οποίο αναγνωρίζεται και καθίσταται Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, κατά κόσμον Διονύσιος Αβραμιώτης.
3. Επειδή, η αίτηση, η οποία εισήχθη στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, με την από 5.6.2019 πράξη της Προέδρου του, συζητήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο σε συνέχεια της 2746/2020 προδικαστικής απόφασης.
4. Επειδή, oι αιτούντες, υπό την ιδιότητά τους ως ενοριτών ενοριών υπαγομένων στη Μητρόπολη Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης, με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση (ΣτΕ 409/2008 Ολ., 2991, 3004/1996 Ολ. κ.ά.). Παραδεκτώς δε ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας. Εξάλλου, κατά τον έλεγχο του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως του εκλεγέντος Μητροπολίτη, με το οποίο τελειώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια της εκλογής, εξετάζονται και τυχόν πλημμέλειες της ενσωματωθείσας στο διάταγμα αυτό από 20.3.2019 απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΣτΕ 409-410/2008 Ολ., 2386-2387/2001 7μ., 2288/2000 7μ., 1571/1985 Ολ., 545/1978 Ολ.). 
5. Επειδή, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους του προσβαλλόμενου διατάγματος η Εκκλησία της Ελλάδος.
6. Επειδή, στον ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 146), κατ’ εφαρμογή του οποίου πληρώθηκε η επίδικη θέση Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης, ορίζεται ότι: άρθρο 1 «1... 2. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλος, αυτοδιοικείται δε, εν τω πλαισίω των περί θρησκείας άρθρων του Συντάγματος, διά των εν ενεργεία Μητροπολιτών αυτής. 3. . ... 4. Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις ... είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ...»· άρθρο 3 «1. Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι.), συγκροτουμένη εκ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ως Προέδρου, και εκ πάντων των διαποιμαινόντων Μητροπόλεις Αρχιερέων ...»· άρθρο 4 «Η Ι.Σ.Ι. της Εκκλησίας της Ελλάδος αποφαίνεται επί παντός ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησίαν. Ειδικώτερον αύτη: ... ζ) Εκλέγει ... τους Μητροπολίτας κατά τα υπό του παρόντος οριζόμενα...»· άρθρο 17 «1. Εκλογή Αρχιερέως διενεργείται μόνον υπό της Ι.Σ.Ι. και εκ του εκάστοτε ισχύοντος καταλόγου κατά τα εν τοις επομένοις οριζόμενα. 2. Προκειμένου να εκλεγή τις Αρχιερεύς δέον να είναι εγγεγραμμένος εν τω καταλόγω των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων. 3. ...»· στο άρθρο 18 ορίζονται τα προσόντα για την εγγραφή στον κατάλογο των προς Αρχιερατεία εκλογίμων και στα άρθρα 19-21 η διαδικασία κατάρτισης του πιο πάνω καταλόγου, ο οποίος ολοκληρώνεται δια μυστικής ψηφοφορίας από την Ι.Σ.Ι.· άρθρο 24 «1. Η εκλογή Μητροπολίτου προς πλήρωσιν χηρευούσης Μητροπόλεως ενεργείται εντός εξαμήνου το βραδύτερον από της ημέρας καθ’ ην εχήρευσεν αύτη υπό της Ι.Σ.Ι., συνερχομένης προς τούτο εκτάκτως, εφ’ όσον εντός του χρονικού τούτου διαστήματος δεν συμπίπτει ο χρόνος τακτικής συνόδου. 2. Η πλήρωσις Μητροπόλεως γίνεται κανονικώς δι’ εκλογής, εξαιρετικώς δε δύναται να γίνη κατ’ άσκησιν οικονομίας προς μείζον της Εκκλησίας όφελος και δια καταστάσεως μετ’ απόφασιν της Ι.Σ.Ι. λαμβανομένην κατά τα εις την επομένην παράγραφον οριζόμενα, ανεξαρτήτως δε της εδαφικής εκτάσεως ή του πληθυσμού της προς πλήρωσιν Μητροπόλεως. 3. ...»· άρθρο 25 «1. Προς πλήρωσιν χηρεύσαντος μητροπολιτικού τινός θρόνου τα μέλη της Ι.Σ.Ι., συνερχόμενα εις συνεδρίαν, εκλέγουν δια μυστικής ψηφοφορίας τρεις υποψηφίους εκ των εγγεγραμμένων εις τον κατάλογον των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων κληρικών. Έκαστος εκλέκτωρ υποχρεούται να αναγράψη εν τω ψηφοδελτίω αυτού τρεις υποψηφίους. Εν συνεχεία η Ι.Σ.Ι. δια μυστικής ψηφοφορίας και δια σχετικής πλειονοψηφίας εκλέγει ένα εκ των τριών προς πλήρωσιν της χηρευούσης Μητροπόλεως. 2. Εκλόγιμοι επίσης είναι άνευ εγγραφής εις κατάλογον οι καθ'οιονδήποτε τρόπον σχολάζοντες Μητροπολίται της Εκκλησίας της Ελλάδος, και οι Βοηθοί Επίσκοποι, ως και οι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Τιτουλάριοι Μητροπολίται και Επίσκοποι. 3. Εν περιπτώσει ισοψηφίας είτε μεταξύ των Μητροπολιτών, είτε μεταξύ Επισκόπων, προτιμάται ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης, μεταξύ Πρεσβυτέρων ή Διακόνων προτιμάται ο κατά βαθμόν ανώτερος, μεταξύ δε Πρεσβυτέρων ο έχων τα πρεσβεία της ιερωσύνης. 4. Μετά την κατά τα άνω εκλογήν τελείται το μικρόν Μήνυμα, μεθ’ ο η Ι.Σ.Ι. κατέρχεται εις το Συνοδικόν Παρεκκλήσιον και τελεί το Μέγα Μήνυμα.»· άρθρο 26 «1. Μετά την προς το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων γνωστοποίησιν υπό της Ι.Σ.Ι. της εκλογής, της τελέσεως του Μηνύματος και της χειροτονίας του εκλεγέντος, εφ’ όσον ούτος δεν ήτο Αρχιερεύς, εκδίδεται εντός δέκα ημερών, προτάσει του ασκούντος μόνον έλεγχον νομιμότητος Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Προεδρικόν Διάταγμα περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως του εκλεγέντος, δημοσιευόμενον δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 2. Μετά την προς την Ι.Σ.Ι. κοινοποίησιν του κατά την προηγουμένην παράγραφον Προεδρικού Διατάγματος ο νέος Μητροπολίτης δίδει ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, την υπό του άρθρου 16 παρ. 1 του παρόντος οριζομένην διαβεβαίωσιν, περί της εκπληρώσεως των «αρχιερατικών» αυτού καθηκόντων, μεθ’ ην ακολουθεί η κατά την εκκλησιαστικήν τάξιν ενθρόνισις.». Εξάλλου, αναφορικά με τους Τιτουλάριους Mητροπολίτες και Επισκόπους (κληρικούς που φέρουν τον τρίτο βαθμό της Ιερωσύνης άνευ ιδίας διοικητικής αρμοδιότητας - ΣτΕ 3645/1978, 2255-2260/1977 κ.ά.) και τους Βοηθούς Επισκόπους, προβλέπονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 27 του Καταστατικού Χάρτη (ν. 590/1977) προβλέφθηκε αρχικώς ότι «Αι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος νενομοθετημέναι θέσεις Βοηθών Επισκόπων καταργούνται άμα τη καθ’ οιονδήποτε τρόπον κενώσει των, η δε εν γένει κατάστασις των εν αυταίς ήδη υπηρετούντων διέπεται υπό των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων.», στην εισηγητική δε έκθεση αναφέρεται ότι «Κατηργήθη ο αντικανονικός θεσμός των τιτουλαρίων Μητροπολιτών ή Επισκόπων και των Βοηθών λεγομένων Επισκόπων». Στη συνέχεια, το άρθρο 13 του ν. 1951/1991 (Α΄ 84) αντικατέστησε το ανωτέρω άρθρο 27, προβλέποντας την εκ νέου δημιουργία οργανικών θέσεων Βοηθών Επισκόπων στην Εκκλησία της Ελλάδος και, ειδικότερα, τεσσάρων νέων θέσεων στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών (παρ. 1) και έξι θέσεων στις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος (παρ. 2)· ορίστηκε επίσης ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος μπορεί με απόφασή της να ανυψώσει όλους τους Βοηθούς Επισκόπους και Τιτουλαρίους ύστερα από δεκαετή υπηρεσία σε Τιτουλαρίους Μητροπολίτες με τον τίτλο που φέρουν (παρ. 1) και, περαιτέρω, ότι οι ως άνω Βοηθοί Επίσκοποι, ύστερα από ευδόκιμη υπηρεσία πέντε ετών καθίστανται εκλόγιμοι για πλήρωση θέσης χηρεύουσας Μητρόπολης, με εκλογή και όχι με κατάσταση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 590/1977 (παρ. 5). Ακολούθησε ο ν. 2817/2000 (Α΄ 78), με το άρθρο 15 παρ. 8 του οποίου συστήθηκαν τρεις ακόμη θέσεις Βοηθών Επισκόπων για την άσκηση επιτελικών καθηκόντων, καταργήθηκε η παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 590/1977, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 13 του ν. 1951/1991, και προβλέφθηκε ότι οι Βοηθοί Επίσκοποι εξακολουθούν να είναι και μετά την εκλογή τους ως Βοηθών Επισκόπων εκλόγιμοι για πλήρωση χηρεύουσας Ιεράς Μητρόπολης, ενώ, στη συνέχεια, με το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 4521/2018 (Α΄ 38) συστήθηκε μία ακόμη θέση Βοηθού Επισκόπου για την άσκηση επιτελικών καθηκόντων. Είχε, εξάλλου, μεσολαβήσει και η δημοσίευση του ν. 3432/2006 (Α΄ 14), με το άρθρο 30 του οποίου καταργήθηκε η προϋπόθεση της δεκαετούς υπηρεσίας για την ανύψωση από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, των Βοηθών Επισκόπων και των Τιτουλαρίων σε Τιτουλάριους Μητροπολίτες. Ειδικότερα, το άρθρο 27 του ν. 590/1977, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 1951/1991 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε από το άρθρο 15 παρ. 8 περ. στ του ν. 2817/2000 και το άρθρο 30 περ. α του ν. 3432/2006, προβλέπει τα εξής: «1. Δημιουργούνται τέσσερις (4) νέες θέσεις Βοηθών Επισκόπων στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, οι οποίοι εκλέγονται από τον Κατάλογο των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων, από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από πρόταση του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Οι παραπάνω Βοηθοί Επίσκοποι εκτελούν τα από τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο καθήκοντα που με πράξη του, σαν αρμόδιος Ιεράρχης, τους αναθέτει. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος μπορεί, με απόφασή της, να ανυψώσει όλους τους Βοηθούς Επισκόπους και Τιτουλάριους σε Τιτουλάριους Μητροπολίτες με τον τίτλο που φέρουν. 2. Δημιουργούνται επίσης έξι (6) θέσεις Βοηθών Επισκόπων, οι οποίοι εκλέγονται κατά τα δια της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου ειδικώς οριζόμενα. Οι παραπάνω θέσεις Βοηθών Επισκόπων πληρούνται υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση και πρόταση Μητροπολίτου, η Ιερά Μητρόπολη του οποίου έχει πληθυσμό μεγαλύτερο από 50.000 ή η εδαφική διαμόρφωση όπως και όταν η πληθυσμιακή σύνθεση αυτής είναι ιδιάζουσα, και δικαιολογούν την παρουσία Βοηθού Επισκόπου στη συγκεκριμένη Μητρόπολη. Οι Βοηθοί Επίσκοποι της παραγράφου αυτής εκτελούν τα από τους οικείους Μητροπολίτες και με πράξη τους σ’ αυτούς καθήκοντα, που οι ίδιοι αρμόδιοι Μητροπολίτες τους αναθέτουν. 3. Τα των Μηνυμάτων και της χειροτονίας των παραπάνω Βοηθών Επισκόπων τελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 4. Οι Βοηθοί Επίσκοποι των παραγρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να λαμβάνουν από το Δημόσιο Ταμείο τις αποδοχές της θέσης την οποία κατείχαν πριν την εκλογή των ως Βοηθών Επισκόπων και το ασφαλιστικό καθεστώς αυτών δεν μεταβάλλεται.», ενώ το άρθρο 15 παρ. 8 του ν. 2817/2000, όπως η περ. α αυτού τροποποιήθηκε και η περ. δ αυτού προστέθηκε με το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 4521/2018, ορίζει ότι «8. α) Συνιστώνται τέσσερις (4) θέσεις Βοηθών Επισκόπων, τις οποίες δύνανται να καταλαμβάνουν αντιστοίχως οι κατέχοντες μία από τις ακόλουθες επιτελικές θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος: α) του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου. β) του Διευθυντή του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γ) του Διευθυντή του Διορθόδοξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. δ) του εκπροσώπου επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Βοηθός Επίσκοπος της παρούσας διάταξης εξακολουθεί να λαμβάνει τις αποδοχές, που λάμβανε πριν την εκλογή του στη θέση αυτή, και το ασφαλιστικό καθεστώς του δεν μεταβάλλεται. β) Η εκλογή γίνεται από τους εγγεγραμμένους στον Κατάλογο των προς Αρχιερατείαν Εκλογίμων από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, μετά από πρόταση τριών από αυτούς από το Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο. γ) Οι Βοηθοί Επίσκοποι αναφέρονται στο Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου, ασκούν δε τα καθήκοντά τους για όσο χρόνο κατέχουν, με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.), τις ως άνω θέσεις, άλλως παραμένουν ως Βοηθοί Επίσκοποι στον Αρχιεπίσκοπο. δ) Οι Βοηθοί Επίσκοποι λαμβάνουν τις προβλεπόμενες κατά τις κείμενες διατάξεις αποδοχές. ε) Με αποφάσεις της Δ.Ι.Σ., που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο Δελτίο "ΕΚΚΛΗΣΙΑ", καθορίζονται, συμπληρώνονται, τροποποιούνται ή καταργούνται διατάξεις που αναφέρονται στο περιεχόμενο της αποστολής εκάστου των ως άνω Βοηθών, το εύρος της, τις προϋποθέσεις ασκήσεώς της, όπως και κάθε άλλο θέμα σχετιζόμενο με αυτήν. στ) Οι Βοηθοί Επίσκοποι εξακολουθούν να είναι και μετά την εκλογή τους εκλόγιμοι για πλήρωση χηρεύουσας Ιεράς Μητροπόλεως. Η παρ. 5 του άρθρο 27 του ν. 590/1977 "Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" καταργείται». Τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 4521/2018 προβλέφθηκε ότι «Οι συσταθείσες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 590/1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" (Α΄ 146) θέσεις Βοηθών Επισκόπων, στις οποίες εξελέγησαν οι Επίσκοποι Αχελώου και Ευρίπου, μετά την κένωσή τους διατηρούνται ως θέσεις Βοηθών Επισκόπων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και διέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 27 του ν. 590/1977 (Α΄ 146). Οι Επίσκοποι, που θα εκλεγούν στις θέσεις αυτές, θα λαμβάνουν όποιες αποδοχές είχαν πριν την εκλογή τους και το ασφαλιστικό τους καθεστώς δεν μεταβάλλεται». Περαιτέρω, ο ν. 590/1977 προβλέπει στο άρθρο 28 ότι «Εν ταις Ιεραίς Ακολουθίαις μνημονεύουν ... οι Τιτουλάριοι Μητροπολίται “της Ιεράς ημών Συνόδου”, οι Βοηθοί και Τιτουλάριοι Επίσκοποί του επιχωρίου Αρχιερέως», στο άρθρο 32 παρ. 1 ότι «... οι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος υπάρχοντες Τιτουλάριοι Επίσκοποι λαμβάνουν τας πάσης φύσεως αποδοχάς του Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Βοηθοί Επίσκοποι λαμβάνουν τας πάσης φύσεως αποδοχάς του Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ...», στο άρθρο 42 παρ. 2 ότι «...Εις περιπτώσεις καθ’ άς ήθελεν ανατεθή διοικητικόν ή εκκλησιαστικόν έργον εις κληρικόν φέροντα τον επισκοπικόν βαθμόν, δεν παρέχεται δια του παρόντος νομοθετική εξουσία προς σύστασιν αντιστοίχου οργανικής θέσεως Βοηθού Επισκόπου, Τιτουλαρίου Επισκόπου ή Τιτουλαρίου Μητροπολίτου.», στο άρθρο 58 ότι «Η Δ.Ι.Σ. δύναται να απονέμη εκάστοτε εις τους καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποχωρούντας της ενεργού υπηρεσίας Μητροπολίτας και μετά συγκατάθεσιν αυτών τον τίτλον πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής ή Μητροπόλεως» και στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 68 ότι «Οι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος υπάρχοντες Τιτουλάριοι Μητροπολίται, Τιτουλάριοι Επίσκοποι και Βοηθοί Επίσκοποι διατηρούν πάντα τα εκ της ιδιότητός των ταύτης απορρέοντα δικαιώματα και ασκούν τα καθήκοντα της θέσεως εις ην διωρίσθησαν μέχρι της δι’ οιονδήποτε λόγον αποχωρήσεως αυτών. Εις τους άνευ αναφοράς συγκεκριμένης οργανικής θέσεως εκλεγέντας ανατίθενται, τη συγκαταθέσει Μητροπολίτου τινός, καθήκοντα Βοηθού Επισκόπου ή ειδικόν έργον καθοριζόμενον υπό της Δ.Ι.Σ.».

7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος συγκλήθηκε σε έκτακτη συνέλευση την 20η Μαρτίου 2019, με θέμα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων, την πλήρωση της χηρεύουσας Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης (άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος). Κατά τη συνεδρίαση αυτή αποφασίστηκε η δι’ εκλογής πλήρωση της θέσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25 παρ. 1 του Καταστατικού Χάρτη. Μετά την πρώτη ψηφοφορία για την κατάρτιση του τριπρόσωπου ψηφοδελτίου, κατά την οποία ψήφισαν 77 αρχιερείς, ανεδείχθησαν ως υποψήφιοι ο Αρχιμανδρίτης Αλέξιος Ψωίνος, ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, και ο Αρχιμανδρίτης Αμφιλόχιος Ρουσάκης. Ακολούθησε η δεύτερη ψηφοφορία, κατά την οποία, ομοίως, ψήφισαν 77 αρχιερείς και ισοψήφησαν ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος και ο Αρχιμανδρίτης Αλέξιος Ψωίνος, με 38 ψήφους ο καθένας, ενώ βρέθηκε και ένα λευκό ψηφοδέλτιο. Με βάση το αποτέλεσμα αυτό, καθ’ ερμηνεία του άρθρου 25 παρ. 3 του Καταστατικού Χάρτη, εξελέγη Μητροπολίτης της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, διότι α. ήταν κατά βαθμό ανώτερος του Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ψωίνου, ο οποίος κατείχε τον βαθμό του Πρεσβυτέρου, και β. κατείχε τα πρεσβεία Ιερωσύνης. Κατά της εκλογικής αυτής διαδικασίας δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις. Ακολούθως, μετά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 590/1977 έλεγχο νομιμότητας, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο από 5.4.2019 προεδρικό διάταγμα περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως ως Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης του κατά τα ως άνω εκλεγέντος Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου.

8. Επειδή, προβάλλεται ότι ο εκλεγείς μη νομίμως εξελέγη στην επίδικη θέση, διότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του καμία από τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 25 του ν. 590/1977 προϋποθέσεις εκλογιμότητας για τη θέση αυτή. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο εκλεγείς δεν ήταν εγγεγραμμένος στον κατάλογο των προς Αρχιερατεία εκλόγιμων κληρικών, δεν είχε διατελέσει Τιτουλάριος Μητροπολίτης πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 590/1977, δεν ήταν Σχολάζων Μητροπολίτης, ούτε κατείχε θέση Βοηθού Επισκόπου, σε κάποια από τις θέσεις που συνεστήθησαν με τους ν. 1951/1991 (άρθρο 13), ν. 2817/2000 (άρθρο 15 παρ. 8) και ν. 4521/2018 (άρθρο 44). Κατά τους αιτούντες, η ανάδειξη του εκλεγέντος στο εκκλησιαστικό αξίωμα του Τιτουλαρίου Επισκόπου με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Σαλώνων στη συνεδρία της 8.3.2012 της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και η ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων Βοηθού Επισκόπου στην Περιφέρεια Παπάγου-Ψυχικού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, βάσει αποφάσεων του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, δεν του προσέδιδαν τις κατά νόμον ιδιότητες εκλογιμότητας.

9. Επειδή, όπως προκύπτει από τις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 2 και 27 του ν. 590/1977, εκλόγιμοι για την πλήρωση θέσης χηρεύουσας Μητρόπολης είναι, κατ’ αρχήν, οι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο των προς Αρχιερατεία εκλόγιμων κληρικών, ο οποίος συντάσσεται με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι) κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 18 έως και 21 του ιδίου νόμου. Εκλόγιμοι επίσης, και χωρίς εγγραφή στον κατάλογο αυτόν, είναι οι σχολάζοντες Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος καθώς και οι Βοηθοί Επίσκοποι˙ προβλεπόταν δε η εκλογιμότητα Τιτουλαρίων Μητροπολιτών και Επισκόπων, χωρίς εγγραφή στον ανωτέρω κατάλογο, όσων έφεραν τους εν λόγω τίτλους κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω ν. 590/1977. Περαιτέρω, ως προς τους Βοηθούς Επισκόπους, η αρχική βούληση του νομοθέτη ήταν να καταργήσει τις νομοθετημένες θέσεις τους με την κένωσή τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο (άρθρο 27 του ν. 590/1977 πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ν. 1951/1991)· στη συνέχεια, όμως, δημιούργησε εκ νέου θέσεις (άρθρα 13 ν. 1951/1991, 15 παρ. 8 ν. 2817/2000, 44 ν. 4521/2018) και προέβλεψε ρητά την εκλογιμότητα σε θέση Μητροπολίτη των εκλεγόμενων στις πιο πάνω οργανικές θέσεις Βοηθών Επισκόπων, στις οποίες όρισε ότι ασκούν, κατ΄ αρχήν, τα καθήκοντα που τους αναθέτουν με πράξεις τους οι αρμόδιοι Ιεράρχες, μετά την εκλογή τους από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, από τον Κατάλογο των προς Αρχιερατεία εκλόγιμων. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι είναι δυνατή κατά τον νόμο η ανάθεση καθηκόντων σε Βοηθούς Επισκόπους χωρίς να απαιτείται σύσταση οργανικής θέσης (ανωτέρω άρθρο 42 παρ. 2 εδ. β του ν. 590/1977), προκύπτει, για την ταυτότητα του λόγου, ότι και οι ασκούντες ανατεθειμένα καθήκοντα Βοηθού Επισκόπου χωρίς οργανική θέση, εφόσον έχουν εκλεγεί προς τούτο από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας από τον κατάλογο των προς Αρχιερατεία εκλόγιμων κληρικών, είναι ομοίως εκλόγιμοι σε θέση Μητροπολίτη.

10. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο εκλεγείς στην επίδικη θέση Μητροπολίτης, εγγεγραμμένος στον Κατάλογο των προς Αρχιερατεία Εκλόγιμων (όπως ίσχυε στις 5.3.2012), είχε εκλεγεί στις 8.3.2012 από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος Τιτουλάριος Επίσκοπος παρά τη Αρχιεπισκοπή Αθηνών με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Σαλώνων. Στη διαβεβαίωση που ο ως άνω έδωσε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου την ημέρα της εκλογής του ως Τιτουλάριου Επισκόπου ανέφερε ότι «Εψηφίσθην ..., όπως, ..., κατασταθώ Τιτουλάριος Επίσκοπος της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Αγιωτάτης Επισκοπής Σαλώνων, διακονήσω δε ως Βοηθός Επίσκοπος παρά τη Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, αποδέχομαι την Διακονίαν ταύτην...». Περαιτέρω, με τις ΕΞ 2174/2010/1.8.2013, ΕΞ 4000/2015/15.12.2015 και ΕΞ 1927/2018/2.3.2018 πράξεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ανατέθηκε στον ως άνω το διακόνημα του Αρχιερατικώς Υπεύθυνου της ΙΗ’ Αρχιεπισκοπικής Περιφέρειας Περιοχής Παπάγου-Ψυχικού. Μάλιστα το ΕΞ 1929/2018/2.3.2018 έγγραφο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, με το οποίο διαβιβάστηκε η τελευταία πράξη στους οριζόμενους με αυτήν ως αρχιερατικώς υπεύθυνους αρχιεπισκοπικών περιφερειών της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, απευθύνεται στους «Βοηθούς Επισκόπους» της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αναφέρει δε ότι με την πιο πάνω απόφαση καθορίζεται η διακονία των «Αρχιερατικώς Υπευθύνων Βοηθών Επισκόπων». Τέλος, σύμφωνα με το ΕΞ 289/2021/21.1.2021 έγγραφο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, από το τηρούμενο στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών υπηρεσιακό μητρώο προκύπτει ότι ο εκλεγείς στην επίδικη θέση Μητροπολίτης είχε εκλεγεί Τιτουλάριος Επίσκοπος «ίνα διακονήση ως βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών», παρέμεινε δε βοηθός Επίσκοπος έως και την ημερομηνία εκλογής του στην επίδικη θέση Μητροπολίτη. Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά στη σκέψη 9, ο ως άνω, ασκών ανατεθειμένα καθήκοντα Βοηθού Επισκόπου χωρίς οργανική θέση, ήταν εκλόγιμος στην επίδικη θέση Μητροπολίτη, και, επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

11. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η επίδικη εκλογή δεν είναι νόμιμη, διότι, ενώ η εκλογική διαδικασία είχε περατωθεί και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος είχε ανακοινώσει το αποτέλεσμα (38 ψήφοι υπέρ του Αρχιμανδρίτη Αλέξιου Ψωίνου, 37 ψήφοι υπέρ του Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου, μία λευκή ψήφος), στη συνέχεια «βρέθηκε ένα απολεσθέν ψηφοδέλτιο» υπέρ του Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου «κολλημένο σε ένα άλλο ψηφοδέλτιο» με αποτέλεσμα την ισοψηφία των ανωτέρω υποψήφιων. Κατά τα προβαλλόμενα, η επίδικη εκλογική διαδικασία, στην οποία, κατά τους αιτούντες, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 590/1977 για την εκλογή Αρχιεπισκόπου, είναι παράνομη, διότι, ενώ είχε περατωθεί η ψηφοφορία και η διαλογή των ψήφων και ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου είχε ανακοινώσει το αποτέλεσμα και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποβληθεί έγγραφη ένσταση, έγινε επανακαταμέτρηση των ψήφων, χωρίς αυτό να προβλέπεται στον ν. 590/1977. Επομένως, κατά τα προβαλλόμενα, «το αποτέλεσμα δεν είναι έγκυρο, διότι: α) δεν επεξηγείται πότε και πώς ανευρέθη το “απολεσθέν” ψηφοδέλτιο, ούτε τι αριθμό έφερε, ούτε αν η εφορευτική επιτροπή είχε αποσυρθεί από το σημείο, από το οποίο είχε κάνει την αρχική καταμέτρηση, ούτε ποιος επιτηρούσε τα ψηφοδέλτια κατά το χρονικό διάστημα από την αρχική ανακοίνωση του αποτελέσματος υπέρ του Αρχιμανδρίτη Αλεξίου έως τη διαπίστωση της αρχικής απώλειας και τελικής ευρέσεως του ψηφοδελτίου· β) είναι ασαφές πόσος χρόνος μεσολάβησε από την αρχική ανακοίνωση του αποτελέσματος έως την επανακαταμέτρηση, ώστε να μπορεί να κριθεί αν υπεβλήθη ένσταση παραχρήμα και αν η Επιτροπή απεφάνθη παραχρήμα· γ) το ένα ψηφοδέλτιο ήταν αδύνατον να είναι κολλημένο σε άλλο, ώστε να μην ήταν εκ πρώτης όψεως διακριτό το κολλημένο ψηφοδέλτιο· δ) κυρίως δεν ήταν δυνατό να κόλλησε το ένα ψηφοδέλτιο σε άλλο, αφού οι φάκελοι ανοίγονται ένας-ένας, εκφωνείται το όνομα του ψηφισθέντος και καταγράφεται στο πρακτικό της εκλογής».

12. Επειδή, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 25 του ν. 590/1977, που ρυθμίζει τη διαδικασία εκλογής για την πλήρωση χηρεύσαντος μητροπολιτικού θρόνου, δεν αποκλείει τη διενέργεια περισσότερων καταμετρήσεων κατά τη διαδικασία διαλογής των ψήφων, ανεξαρτήτως αν υποβλήθηκαν ή όχι ενστάσεις, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το άθροισμα των ψηφοδελτίων δεν συμπίπτει με τον αριθμό των ψηφισάντων. Εξάλλου, ανεξαρτήτως αν οι διέπουσες τη διαδικασία εκλογής Αρχιεπισκόπου διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 590/1977, που επικαλούνται οι αιτούντες, θα ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία και σε ψηφοφορίες που αφορούν την εκλογή Μητροπολίτη (πρβλ. ΣτΕ 410/2008 Ολ., 2387/2001 7μ., 2288/2000 7μ.), οι οποίες διενεργούνται βάσει άλλων διατάξεων του ν. 590/1977 (άρθρα 24 και 25), πάντως ούτε οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν την επανακαταμέτρηση των ψήφων στην πιο πάνω περίπτωση. Συνεπώς, η διενεργηθείσα επανακαταμέτρηση των ψήφων που, σύμφωνα με όσα εκθέτει και η Εκκλησία της Ελλάδος στο δικόγραφο της παρέμβασης, έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία διαλογής των ψήφων της επίδικης εκλογής, αμέσως μετά την πρώτη καταμέτρηση λόγω της διαπίστωσης διαφοράς μεταξύ των ψηφισάντων και των ψηφοδελτίων, δεν καθιστά παράνομη την εκλογική διαδικασία, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου ακυρώσεως. Περαιτέρω, από το πρακτικό της από 20.3.2019 συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και το πρωτόκολλο ψηφοφορίας προκύπτει ότι ένα τελικό αποτέλεσμα ανακοινώθηκε επισήμως, αυτό της ισοψηφίας μεταξύ του Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου και του Αρχιμανδρίτη Αλέξιου Ψωίνου (38 ψήφοι υπέρ καθενός από τους υποψηφίους αυτούς και μία λευκή ψήφος). Εξάλλου, σύμφωνα με το 4250/1789/17.9.2020 έγγραφο του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου, το ως άνω πρακτικό της από 20.3.2019 συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου, που βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας, «αποτελεί ακριβές απόσπασμα εκ του Κώδικος Πρακτικών Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας ως και την μοναδική αποτύπωση των αυτόθι διαμειφθέντων μεταξύ των μελών της Ι.Σ.Ι. κατά το άρθρο 23 του Κανονισμού 1/1977 (Α’ 275), έτερο δε κείμενο, επίσημο ή ανεπίσημο, περί του περιεχομένου των συζητήσεων κατά την ως άνω Συνεδρία, δεν τηρείται και δεν υφίσταται». Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός των αιτούντων, σύμφωνα με τον οποίο η επανακαταμέτρηση των ψήφων έλαβε χώρα μετά την περάτωση της διαδικασίας διαλογής των ψήφων και την ανακοίνωση του αποτελέσματος της πρώτης καταμέτρησης (38 ψήφοι υπέρ του Αρχιμανδρίτη Αλέξιου Ψωίνου, 37 ψήφοι υπέρ του Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου, μία λευκή ψήφος). Εξάλλου, τυχόν εκφώνηση του αποτελέσματος της πρώτης καταμέτρησης από τον Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου ενώπιον των μελών της Ιεράς Συνόδου κατά τη διάρκεια της επίμαχης συνεδρίασης, ακόμη και αν έλαβε χώρα, δεν συνιστά, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ολοκλήρωση της διαδικασίας διαλογής των ψήφων, εφόσον, αμέσως μετά, διαπιστώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, αναντιστοιχία των ψήφων και των ψηφισάντων και έλαβε χώρα δεύτερη καταμέτρηση. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει, όπως επισημαίνει και η Εκκλησία της Ελλάδος στο δικόγραφο της παρέμβασής της, ότι κλήθηκε ο Αρχιμανδρίτης Αλέξιος Ψωίνος στην αίθουσα συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου για να του ανακοινωθεί το αποτέλεσμα της πρώτης καταμέτρησης ως οριστικό αποτέλεσμα της διαλογής των ψήφων και να δηλώσει αν το αποδέχεται ή όχι, δίνοντας το «Μικρό Μήνυμα» ενώπιον της Ιεράς Συνόδου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25 παρ. 4 του ν. 590/1977. Δεδομένου δε ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι κατά την επίδικη εκλογική διαδικασία σημειώθηκε απώλεια ψηφοδελτίου, οι ισχυρισμοί των αιτούντων, σύμφωνα με τους οποίους το αποτέλεσμα της εκλογής δεν είναι έγκυρο, διότι δεν επεξηγείται πότε και πώς ανευρέθη το «απολεσθέν» ψηφοδέλτιο, τι αριθμό έφερε, αν η εφορευτική επιτροπή είχε αποσυρθεί από το σημείο, από το οποίο είχε γίνει η αρχική καταμέτρηση, ποιος επιτηρούσε τα ψηφοδέλτια κατά το χρονικό διάστημα από την αρχική ανακοίνωση του αποτελέσματος υπέρ του Αρχιμανδρίτη Αλεξίου έως τη διαπίστωση της αρχικής απώλειας και τελικής εύρεσης του ψηφοδελτίου, είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι το αποτέλεσμα της εκλογής δεν είναι έγκυρο διότι είναι ασαφές πόσος χρόνος μεσολάβησε από την αρχική ανακοίνωση του αποτελέσματος έως την επανακαταμέτρηση, ώστε να μπορεί να κριθεί αν υπεβλήθη ένσταση παραχρήμα και αν η Επιτροπή απεφάνθη παραχρήμα, είναι και αυτός απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι τόσο στο πρακτικό της από 20.3.2019 συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας όσο και στο πρωτόκολλο της ψηφοφορίας αναφέρεται ρητά ότι δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις. Τέλος, απορριπτέος, προεχόντως ως ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, είναι ο ισχυρισμός των αιτούντων, σύμφωνα με τον οποίο το αποτέλεσμα της εκλογής δεν ήταν έγκυρο, διότι «ήταν αδύνατον το ένα ψηφοδέλτιο να είναι κολλημένο σε άλλο, ώστε να μην είναι εκ πρώτης όψεως διακριτό το κολλημένο ψηφοδέλτιο, δεδομένου μάλιστα ότι οι φάκελοι ανοίγονται ένας-ένας, εκφωνείται το όνομα του ψηφισθέντος και καταγράφεται στο πρακτικό της εκλογής.». Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη αφενός ότι δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις κατά της διαδικασίας εκλογής, αφετέρου ότι τα βεβαιούμενα στο πρακτικό της από 20.3.2019 συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου και στο πρωτόκολλο ψηφοφορίας παράγουν πλήρη απόδειξη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 438 ΚΠολΔ, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας προκύπτει σαφώς. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος στο σύνολό του. Τούτο δε, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι θα ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες κατ’ αναλογία οι εκτιθέμενες κατωτέρω διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 590/1977, οι οποίες διέπουν τη διαδικασία εκλογής Αρχιεπισκόπου. Τούτο, διότι οι τύποι που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές, αν και θεσπίστηκαν προς μείζονα διασφάλιση της γνησιότητας του αποτελέσματος της ψηφοφορίας, δεν τάσσονται από τον νομοθέτη επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας και, συνεπώς, μόνη η μη τήρησή τους, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν συνεπάγεται, ακυρότητα της ψηφοφορίας ή των ψηφοδελτίων, εφόσον δεν προκύπτει ότι η μη τήρηση των τύπων αυτών οδήγησε σε αλλοίωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας (βλ. σχετ. ΣτΕ 410/2008 Ολ.). Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Μ. Τριπολιτσιώτη και Ιφ. Αργυράκη, ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιμος. Και τούτο διότι: Στο προεκτεθέν άρθρο 25 του Καταστατικού Χάρτη που ρυθμίζει τη διαδικασία εκλογής Μητροπολίτη δεν διαλαμβάνονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη διεξαγωγή της οικείας ψηφοφορίας και δη για την τήρηση σχετικών πρακτικών. Η παράλειψη αυτή, επί ζητήματος ουσιώδους για τη διαφάνεια και τη γνησιότητα της διαδικασίας, καθώς και τη δυνατότητα υπαγωγής της σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, πρέπει, κατ΄ απαίτηση της εννόμου τάξεως, να πληρωθεί με ανάλογη εφαρμογή των συναφών διατάξεων περί εκλογής Αρχιεπισκόπου του Καταστατικού Χάρτη και, αν δεν υπάρχουν, του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (πρβλ. ΣτΕ 409/2008 Ολ.). Συνεπώς, εν προκειμένω, εφαρμοστέες, ως οι πλέον σχετικές, είναι οι διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 4 και 15 παρ. 1 και 4 του Καταστατικού Χάρτη που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ψηφοφορίας για την εκλογή Αρχιεπισκόπου, με τις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 14 παρ. 3 και 4 του ν. 590/1977 «3. ... ο Πρόεδρος της επιτροπής καλεί τους συνέδρους, ... όπως προσέλθουν και ψηφίσουν. Ο καλούμενος λαμβάνει παρά του Γραμματέως ομοιόμορφον φάκελον και ψηφοδέλτιον, αποσύρεται εις θέσιν ... διεσκευασμένην ούτως ώστε ο ψηφίζων να μη είναι ορατός υπό των λοιπών παρισταμένων, και αναγράφει επί του ψηφοδελτίου το όνομα του υπ` αυτού προτιμωμένου ..., μεθ’ ο εγκλείων το ψηφοδέλτιον εις τον φάκελον παραδίδει τούτον κεκλεισμένον εις τον προεδρεύοντα, όστις μονογραφών αυτόν και αποτυπών επ’ αυτού την σφραγίδα της Ιεράς Συνόδου ρίπτει αυτόν εντός της ψηφοδόχου, ... Ο ούτω ψηφίσας υπογράφει αμέσως εις κατάλογον, εις ον είναι αναγεγραμμένα τα ονόματα των εκλεκτόρων. Ο κατάλογος ούτος επέχει θέσιν πρακτικού εκλογής, εν τω οποίω γίνεται προσέτι μνεία περί πασών των κατά τας διατάξεις του παρόντος και του επομένου άρθρου ενεργειών, ως και περί παντός άλλου λαβόντος χώραν περιστατικού. 4. Περατωθείσης της ψηφοφορίας, αφού πάντες οι παριστάμενοι κληθέντες ψηφίσουν κατά τα ανωτέρω, της ψήφου αυτών ούσης υποχρεωτικής, αφαιρείται η ταινία εκ της ψηφοδόχου, ήτις ανοίγεται υπό του προεδρεύοντος. Τα εν αυτή ψηφοδέλτια λαμβάνονται ανά εν ... και αριθμούνται, αναγραφομένης επί ενός εκάστου εξ αυτών της σειράς εξαγωγής του εκ της ψηφοδόχου, μονογραφούνται ... ο προεδρεύων εκφωνεί το εν εκάστω ψηφοδέλτιω αναγεγραμμένον όνομα.» και στο άρθρο 15 στην παράγραφο 1 ότι «Περατωθείσης της διαλογής των ψήφων, κατά την διάρκειαν της οποίας ο Γραμματεύς αναγράφει εν τω πρακτικώ της εκλογής το όνομα εκάστου των ψηφισθέντων και έναντι αυτού τους αριθμούς των ψηφοδελτίων, δι’ ων έκαστος αυτών εψηφίσθη, αριθμούνται αι υπέρ εκάστου τούτων ψήφοι και ελέγχεται ο αριθμός αυτών διά των ψηφοδελτίων υπό του προεδρεύοντος ... Ο αριθμός των ψήφων μετά του ονόματος εκάστου των λαβόντων αυτάς εκφωνείται υπό του Προέδρου.» και στην παράγραφο 4 ότι «Πάσα ένστασις προβαλλομένη κατά την διάρκειαν της προς εκλογήν ... συνεδριάσεως, αναφερομένη εις την διαδικασίαν της ψηφοφορίας ή τα προσόντα των εκλογίμων, υποβάλλεται εγγράφως μέχρι πέρατος της ψηφοφορίας. Πάσα ένστασις αναφερομένη εις την εγκυρότητα των ψηφοδελτίων ή την μετά το πέρας της ψηφοφορίας διαδικασίαν υποβάλλεται ωσαύτως εγγράφως και παραχρήμα. Επί των ενστάσεων αμφοτέρων των κατηγοριών τούτων αποφαίνεται παραχρήμα και ανεκκλήτως δι’ αποφάσεώς ... καταχωριζομένης εις τα πρακτικά ... η Επιτροπή εκλογής.». Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία της επίδικης εκλογής αποτυπώθηκε στα παρακάτω έγγραφα ως ακολούθως: 1) στο Πρακτικό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Συνεδρίασης της 20ης.3.2019, όπου αναφέρεται ότι «η ... όλη διαδικασία της εκλογής αυτού [Επισκόπου Σαλώνων Αντωνίου] εν πάση λεπτομερεία εκτίθεται εις το ενταύθα καταχωριζόμενον “Πρωτόκολλον Εκλογής ...”, έχον ούτω: (καταχωρίζεται το ως άνω Πρωτόκολλον αποτελούμενον εκ τεσσάρων (4) δακτυλογραφημένων σελίδων εν τοις Πρακτικοίς της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας)», 2) στο ως άνω «Πρωτόκολλον Εκλογής», στις σελίδες (3) και (4) του οποίου διαλαμβάνεται «Μετά ταύτα εγένετο η δευτέρα φάσις της ψηφοφορίας, προς ανάδειξιν του ενός των ύπερθεν υποψηφίων ως Μητροπολίτου Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης. Γενομένης Μυστικής Ψηφοφορίας και της ψηφοδόχου ανοιγείσης ευρέθησαν εν αυτή εν συνόλω εβδομήκοντα επτά (77) φάκελοι. Είτα γενομένης διαλογής ευρέθηκαν έγκυρα μεν ψηφοδέλτια εβδομήκοντα επτά (77), λευκά δε ένα (1). Ούτω δε έλαβον: 1) Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, ψήφους 38. 2) Αρχιμανδρίτης Αλέξιος Ψωίνος, ψήφους 38. Ούτω Μητροπολίτης ... εξελέγη ο ... Επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος, ως κατά βαθμόν Ιερωσύνης ανώτερος ..., καθ’ ερμηνείαν του άρθρου 25 παρ. 3 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος ... Ενστάσεις δεν υπεβλήθησαν. Εν Αθήναις τη 20η Μαρτίου 2019. Η Εκλογική Επιτροπή [ακολουθούν υπογραφές]», 3) στο 4250/1789/17.9.2020 έγγραφο του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (ΕΠ3436/22.9.2020), όπου βεβαιώνεται ότι «το από 20ης Μαρτίου 2019 Πρακτικό Συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι) ... αποτελεί ... την μοναδική αποτύπωση των αυτόθι διαμειφθέντων μεταξύ των μελών της Ι.Σ.Ι ... έτερο δε κείμενο, επίσημο ή ανεπίσημο, περί του περιεχομένου κατά την ως άνω Συνεδρία, δεν τηρείται και δεν υφίσταται» και 4) στο δικόγραφο της παρέμβασης που έχει ασκήσει η Εκκλησία, στη σελίδα 5 του οποίου αναφέρεται ότι «δεν προέκυψε καμία “απώλεια ψηφοδελτίου”, ώστε να πρέπει να αποτυπωθεί στο πρακτικό εκλογής, όπως προβάλλουν οι αιτούντες. Απαιτήθηκε επαλήθευση της καταμέτρησης των υπαρχόντων ψηφοδελτίων, καθώς διαπιστώθηκε ότι ο καταμετρηθείς αριθμός ψηφοδελτίων υπολειπόταν κατά ένας από το άθροισμα των ψηφισάντων Μητροπολιτών, οπότε, αφού έγινε επαλήθευση, κατεγράφη στο πρακτικό εκλογής της 20.3.2019 το οριστικό αποτέλεσμα της καταμέτρησης, από το οποίο προέκυψε ισοψηφία». Από όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει, κατά την ως άνω γνώμη, ότι η επίδικη εκλογή διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων της διαδικασίας, και, ειδικότερα, κατά παράβαση των οριζομένων στις ως άνω, αναλόγως εφαρμοστέες διατάξεις, καθόσον στο Πρακτικό Εκλογής δεν αναγράφονται οι αριθμοί των ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε ένας από τους ψηφισθέντες, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του αριθμού των ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος και δεν αποτυπώνεται το περιστατικό της διενεργηθείσας νέας καταμέτρησης. Δεδομένου δε ότι η διαφορά μεταξύ των ψηφισάντων και του αριθμού των ψηφοδελτίων, προέκυψε μετά την καταμέτρηση των ψήφων, η μη αναγραφή του αριθμού του ψηφοδελτίου που βρέθηκε μετά την «επαλήθευση» καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ταυτότητας του υποψηφίου στον οποίο αφορά το ψηφοδέλτιο και κατ’ επέκταση του ελέγχου της νομιμότητας του αποτελέσματος της εκλογής. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η επίδικη εκλογή δεν είναι νόμιμη και, γι’ αυτό, θα έπρεπε να ακυρωθεί και να επαναληφθεί η διαδικασία της δεύτερης ψηφοφορίας κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β.

13. Επειδή, στην προεκτεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ν. 590/1977 ορίζεται ότι «Εν περιπτώσει ισοψηφίας είτε μεταξύ των Μητροπολιτών, είτε μεταξύ Επισκόπων, προτιμάται ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης, μεταξύ Πρεσβυτέρων ή Διακόνων προτιμάται ο κατά βαθμόν ανώτερος, μεταξύ δε Πρεσβυτέρων ο έχων τα πρεσβεία της ιερωσύνης». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί ισοψηφίας εκλέγεται Μητροπολίτης, μεταξύ κληρικών με διαφορετικούς βαθμούς, ο ανώτερος κατά τον βαθμό της ιερωσύνης, μεταξύ δε ομοιόβαθμων, εκείνος που κατέχει τα πρεσβεία της ιερωσύνης, καθόσον τα κριτήρια που τίθενται από τον νομοθέτη για την προτίμηση μεταξύ ισοψήφιων είναι: α) ο βαθμός της ιερωσύνης [οι βαθμοί της ιερωσύνης είναι διάκονος, πρεσβύτερος, επίσκοπος] και β) τα πρεσβεία της ιερωσύνης [η αρχαιότητα από τη χειροτονία στον κατεχόμενο βαθμό]. Η μη ρητή αναφορά του νομοθέτη στην περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ Επισκόπων/Μητροπολιτών και κληρικών κατώτερου βαθμού, δεν δημιουργεί κενό, καθόσον από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι, και στην περίπτωση αυτή, ακολουθείται ο ίδιος κανόνας των ανωτέρω κριτηρίων και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα κατ’ αναλογία εφαρμογής άλλων διατάξεων, όπως της πρόβλεψης του άρθρου 15 παρ. 3 εδ. β του ν. 590/1977 περί κληρώσεως, που αφορά τη διαδικασία εκλογής Αρχιεπισκόπου και εφαρμόζεται σε περίπτωση ισοψηφίας κατά την τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή στη θέση αυτή, ούτε της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), η οποία, σε περίπτωση ισοψηφίας κατά τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης συλλογικού οργάνoυ, προβλέπει ότι η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως η Ιερά Σύνοδος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 590/1977, θεώρησε εκλεγέντα στην επίδικη θέση Μητροπολίτη τον Επίσκοπο Σαλώνων Αντώνιο, δεδομένου ότι κατείχε ανώτερο βαθμό ιερωσύνης έναντι του ισοψηφήσαντος Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ψωίνου, ο οποίος κατείχε τον βαθμό του Πρεσβύτερου, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβάλλουν οι αιτούντες.

14. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός και ορισμένος λόγος, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση. Κατ’ εκτίμηση όμως των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί δικαστική δαπάνη στους ηττώμενους αιτούντες για την παράσταση των αντιδίκων τους κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.
Δέχεται την παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους αιτούντες, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ, και της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021

Ο Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος       Ο Γραμματέας

Δ. Σκαλτσούνης                            Ν. Βασιλόπουλος

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2021.

Ο Πρόεδρος του Γ´ Τμήματος  Η Γραμματέας 

Δ. Σκαλτσούνης                         Κ. Γκιώκα

για τον "ΒΑΛΣΑΜΩΝ" συνδέσεις επικοινωνία συχνές ερωτήσεις όροι χρήσης Copyright © - Web Site by WeC.O.M.