ΑΠ 2051/2009 Αριθμός Απόφασης : 2051
'Ετος : 2009 Δικαστήριο : ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Αριθμός 2051/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής *** (ΝΠΔΔ) που εδρεύει στο *** και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ***.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και 2. Δήμου Λιτοχώρου, που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 7-1-1997 αγωγή της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/1997 μη οριστική, 197/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2866/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 5003/1-12-2004 τριτανακοπή του Δήμου***, κατά της 2866/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η από 5024/8-12-2003 κύρια παρέμβαση της Ιεράς Μονής *** που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Παράλληλα ο Δήμος Λιτοχώρου άσκησε την από 175/28-7-1981 αγωγή του που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Επί της αγωγής εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 119/1982, 250/1988, 411/1991 μη οριστικές και 157/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2961/1994 μη οριστική, 1216/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2006 αίτησή της και με τους από 24-1-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 27-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι έκτος κύριος και όγδοος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι υπόλοιποι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό α) των διατάξεων των άρθρων 7 § 1, 8 και 20 του Π.Δ. «περί κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας διατάξεων» (ν. 4684/1930) β), των διατάξεων του κωδικοποιημένου κανονισμού 14/1981, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 1 § 4, 2, 9 § 4, 42 § § 2, 4, 5 και 46 § § 2 και 5 του ν. 590/1977 και γ) των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 στοιχ. β' του Π.Δ. της 1/9-3-1932 "περί του τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως της κατ' άρθρο 8 του ν. 4684 διατηρούμενης περιουσίας των Μονών", οι οποίες όχι μόνον δεν καταργήθηκαν από το ν. 590/1977, αφού δεν αντίκεινται σ' αυτόν, αλλά και η διάταξη για άσκηση εποπτείας του Μητροπολίτη της Ιεράς Μονής του άρθρου 2 του ν.δ. 9622/1942 επαναλήφθηκε σαφέστερα στο άρθρο 39 § 6 του ως άνω νόμου 590/1977, προκύπτει ότι για την άσκηση αγωγής που αφορά τη διατηρητέα περιουσία των Μονών και τη διεξαγωγή ως προς αυτή οιασδήποτε δίκης ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, πρέπει να προηγηθεί οπωσδήποτε απόφαση (πράξη) του ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής, η οποία πρέπει να εγκριθεί από τον οικείο Μητροπολίτη (ΑΠ 147/1995 ΕλΔνη 37, 641 ΣτΕ 946/1999 ΕλΔνη 41. 1108). Οι ως άνω διατάξεις δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των μεταγενεστέρων νόμων 1700/1987, 1811/1988 και άρθρο 55 του ν. 2413/1996, σε σχέση με τις Ιερές Μονές, που δεν συμβλήθηκαν στη σύμβαση που υπογράφτηκε στις 11 Μαΐου 1988 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και κυρώθηκε με το ν. 1811/1988, ούτε προσχώρησαν μεταγενέστερα σε αυτήν, διότι αυτές δεν αναφέρονται στο ζήτημα της έγκρισης άσκησης αγωγής κλπ των Ιερών αυτών Μονών από τον οικείο Μητροπολίτη, αλλά απλώς ορίζουν ότι οι Ιερές αυτές Μονές νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά σχετικά με την περιουσία τους που καταλαμβάνεται από τους νόμους 1700/1987 και 1811/1988. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο κύριους και πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο πρόσθετους από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την από 8-12-2003 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής***, που ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφορά, όπως δέχεται, διατηρητέα περιουσία της, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί, έναντι των αναιρεσιβλήτων, η κυριότητά της σε 1866 στρέμματα, με την αιτιολογία ότι η κύρια αυτή παρέμβαση δεν είχε εγκριθεί από τον οικείο Μητροπολίτη. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι πράγματι για την έγερση αγωγής κλπ από Ιερά Μονή απαιτείται έγκριση από τον οικείο Μητροπολίτη, που ασκεί έλεγχο της νομιμότητας της οικονομικής διαχείρισης αυτής και που αποσκοπεί στην προστασία του συμφέροντος αυτής προς αποφυγή διεξαγωγής ανώφελων δικών για ακίνητα που ανήκουν στην περιουσία της, ενώ, περαιτέρω, οι διατάξεις αυτές ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρ. 64 § 2, 73 ΚΠολΔ). Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως, ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις έχουν καταργηθεί, ότι δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 39 § 6 του ν. 590/1977 τέτοια έγκριση, ότι αντίκειται αυτή στα άρθρα 20 του Συντ. και 6 § 1 της Ε.ΣΔ.Α. και, τέλος, ότι αντίκειται στις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 § 1 ΚΠολΔ, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων. Η απόφαση με την οποία τάσσεται, προθεσμία συμπληρώσεως των ελλείψεων, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα. Αν όμως απαγγελθεί η ακυρότητα ή το απαράδεκτο, χωρίς προηγουμένως να ταχθεί η προθεσμία συμπληρώσεως των ελλείψεων, τότε η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν τάχθηκε προηγουμένως προθεσμία προς συμπλήρωση της ως άνω εγκρίσεως από τον οικείο Μητροπολίτη, αλλά απορρίφθηκε απ' ευθείας η κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής ως απαράδεκτη, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ έκτος κύριος και όγδοος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί και, αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθό μέρος απέρριψε την από 8-12-2003 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη ένεκα ελλείψεως διαδικαστικής προϋπόθεσης, παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο δε από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1216/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|