ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
 
ή δοκιμάστε την προηγμένη αναζήτηση 
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΣτΕ 2973/2007
Αριθμός Απόφασης : 2973
'Ετος : 2007
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας


Αριθμός 2973/2007
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2007, με την εξής σύνθεση : Π.Ζ. Φλώρος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος που είχε κώλυμα, Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Δ. Μακρής, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Αθανασίου.

Για να δικάσει την από 8 Μαρτίου 2006 αίτηση:

του *** του ***, κατοίκου ***, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο *** (Α.Μ. ***) που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
 
κατά της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία παρέστη με το δικηγόρο *** (Α.Μ. ***) που τον διόρισε με εξουσιοδότησή της η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησία της Ελλάδος.
 
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 92/443/13.2.2006 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.
 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.
 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
 
Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο
 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1545338, 738410/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου).
 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του 92/443/13-2-2006 εγγράφου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών το περιεχόμενο της απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Ε. της Ελλάδος, που λήφθηκε κατά τη ΙΘ Συνεδρία της 8.2.2006 της 149ης Συνοδικής Περιόδου, με την οποία αποφασίσθηκε η αναγκαστική μετάθεση του αιτούντος εφημερίου από τον Ιερό Ναό Αγίου Γ. Κ. στον Ιερό Ναό Αγίου Σ.Β.
 
3. Επειδή, το 92/443/13-2-2006 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών φέρει πληροφοριακό χαρακτήρα και, ως μη εκτελεστή διοικητική πράξη, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Συμπροσβαλλόμενη, όμως, πρέπει να θεωρηθεί η πιο πάνω απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία αποφασίστηκε η αναγκαστική μετάθεση του αιτούντος και η οποία, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, προσβάλλεται παραδεκτώς.
 
4. Επειδή, στο άρθρο 37 παρ. 7 εδ. β΄ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977, Α΄ 146) ορίζεται ότι : «7. Τακτικός εφημέριος μετατίθεται : α) … β) αποφάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου μετά ητιολογημένην πρότασιν του οικείου Αρχιερέως …». Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι δυνατή η δυνάμει αυτής επιβολή του δυσμενούς διοικητικού μέτρου της αναγκαστικής μετάθεσης εφημερίου για λόγους που ανάγονται (και) σε υπαίτια συμπεριφορά του, ακόμη και όταν η συμπεριφορά αυτή συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, χωρίς προηγούμενη τήρηση πειθαρχικής διαδικασίας, εφόσον με το μέτρο της αναγκαστικής μετάθεσης σκοπείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης και ειρήνης στην οικεία ενορία.
 
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση δυνάμει της 5537/ΕΞ.4006/16-8-2005 παραγγελίας του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ο Αρχιμανδρίτης Ι.Ν., Γραμματέας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, διενήργησε ένορκη διοικητική εξέταση για τις σχέσεις μεταξύ των εφημερίων του Ιερού Ναού Αγίου Γ. Κ. και υπέβαλε το 64/ΕΞ.2/23-9-2005 πόρισμα («έγγραφη διοικητική πρόταση»). Σύμφωνα με το πόρισμα αυτό οι σχέσεις ανάμεσα στους τρεις από τους πέντε εφημέριους του Ιερού αυτού Ναού, ήτοι τους Αρχιμανδρίτες Ν.Γ. και Φ. Ν. και τον αιτούντα Πρωτοπρεσβύτερο, ήταν εξαιρετικά κακές. Ο αιτών και ο εφημέριος Αρχιμανδρίτης Ν. Γ. είχαν υποπέσει σε πολυάριθμα κανονικά παραπτώματα, ενώ ο εφημέριος Αρχιμανδρίτης Φ.Ν. δεν βαρυνόταν με κανονικά παραπτώματα, παρά μόνο με το πνευματικού διαφέροντος παράπτωμα της με εριστικότητα και αυθαιρεσίες αντίδραση στις προκλήσεις από τους άλλους δύο εφημέριους. Ειδικότερα, στον αιτούντα προσάφθηκε ότι εξύβρισε και συκοφάντησε τον εφημέριο Φ.Ν., ότι κατά τις Ακολουθίες αρνείται συστηματικά «να λάβει καιρόν ομού μετά των λοιπών ιερέων», ότι αντιδρά στην εφαρμογή του εφημεριακού προγράμματος άλλοτε λόγω και μάλιστα με τη χρήση βαρύτατων χαρακτηρισμών και άλλοτε έργω με απροειδοποίητη μη συμμόρφωσή του στο πρόγραμμα, ότι απουσιάζει συστηματικά και αδικαιολόγητα από τον Ιερό Ναό χωρίς μάλιστα να ενημερώνει εγκαίρως τους άλλους εφημέριους, ότι συμπεριφέρεται αλαζονικά στους εφημέριους αυτούς μεταθέτοντας με τις απουσίες του τα δικά του καθήκοντα στους ώμους τους, ότι τον Ιούλιο 2005 προγραμμάτισε την κανονική του άδεια χωρίς προηγούμενη συνεξήγηση, ότι διενήργησε παράνομο έρανο στο Παρεκκλήσιο των Αγίων ***  υπέρ πτωχής οικογενείας χωρίς γνώση των αρμοδίων οργάνων του Ιερού Ναού, ότι αφαίρεσε από τον περιαχθέντα δίσκο το ποσό των 30 ευρώ άνευ λογοδοσίας, ότι απομάκρυνε από τη θέση του τον Ιεροψάλτη του Παρεκκλησίου των Αγίων ***, ότι διοργάνωσε προσκυνηματικές εκδρομές κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης από την Ιερά Αρχιεπισκοπή διαδικασίας, χωρίς άδεια και χωρίς να λογοδοτήσει για το οικονομικό μέρος των εκδρομών και ότι απασχολεί αδικαιολόγητα την υπηρεσία με τη διατύπωση κατηγοριών κατά των συνεφημερίων του, οι οποίες είτε είναι ανυπόστατες, είτε άνευ σημασίας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ως αρμόδιος Αρχιερέας, με το 5487/5-12-2005 έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο, υιοθέτησε τις διαπιστώσεις αυτές του πιο πάνω πορίσματος, έλαβε υπόψη ότι ήδη ο Αρχιμανδρίτης Ν.Γ. είχε τοποθετηθεί προσωρινά στον Ιερό Ναό Προφήτου ***, ότι απέτυχε απόπειρα συνδιαλλαγής μεταξύ του αιτούντος και του Αρχιμανδρίτη Φ. Ν. και ότι ο διχασμός ανάμεσα στους εφημέριους του Ιερού Ναού είχε άμεσο αντίκτυπο και στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της οικείας Ενορίας, το οποίο γινόταν μάρτυρας ανοίκειων και απαδουσών προς το ιερατικό σχήμα συμπεριφορών των ποιμένων του, και πρότεινε την αναγκαστική μετάθεση του αιτούντος εφημερίου από τον Ιερό Ναό Αγίου Γ. Κ. στον Ιερό Ναό Αγίου Σ. Β., δυνάμει της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 37 παρ. 7 εδ. β΄ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη και ειρήνη στην οικεία Ενορία. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο με την προσβαλλόμενη απόφασή της.
 
6. Επειδή, ο προβαλλόμενος καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης λόγος ακυρώσεως σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι παράνομη, διότι δεν τηρήθηκε η οικεία πειθαρχική διαδικασία, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε στην σκέψη 4 της παρούσας απόφασης, εφόσον με το μέτρο της ένδικης αναγκαστικής μετάθεσης σκοπήθηκε στην προκείμενη περίπτωση η αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης και ειρήνης στην οικεία ενορία δεν ήταν αναγκαία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 37 παρ. 7 εδ. β΄ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος η προηγούμενη τήρηση πειθαρχικής διαδικασίας.
 
7. Επειδή, στο άρθρο 7 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζεται ότι : «1. Η ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος συγκροτείται εκ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, ως Προέδρου, και δώδεκα μελών, ων τα μεν μέλη εξ λαμβάνονται εκ των εν ενεργεία Μητροπολιτών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος κατά την σειράν των πρεσβείων της Αρχιεροσύνης και εκ περιτροπής, τα δε λοιπά εξ λαμβάνονται κατά τον αυτόν τρόπον εκ των εν ενεργεία Μητροπολιτών των Νέων Χωρών. … 3. Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο εκάστοτε πρώτος τη τάξει Αρχιερεύς εκ των παρόντων μελών της ΔΙΣ, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας. …». Κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 3 και 37 παρ. 7 περ. β΄ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ερμηνευόμενων υπό το φως της αρχής της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, η οποία αποτελεί ειδικότερη έκφανση της γενικότερης αρχής του Κράτους Δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη (πρβλ. ΣτΕ 789/1990 Ολομ., 1990/1990 Ολομ.) ο οικείος Αρχιερέας - ο οποίος στην περίπτωση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών - κωλύεται να μετάσχει στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Ε. της Ελλάδος κατά τη συνεδρίασή της που αφορά στη λήψη απόφασης για την αναγκαστική μετάθεση τακτικού εφημέριου που υπόκειται στη δικαιοδοσία του, εφόσον ο ίδιος με την αιτιολογημένη κατά το άρθρο 37 παρ. 7 περ. β΄ πρότασή του ζήτησε από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο τη λήψη του δυσμενούς διοικητικού μέτρου της αναγκαστικής μετάθεσης για λόγους που αφορούν (και) σε υπαίτια συμπεριφορά του εν λόγω εφημέριου, την οποία αυτός διαπίστωσε (πρβλ. ΣτΕ 1117/2000, 7μ., 2364/2006).
 
8. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου είναι παράνομη, λόγω κακής σύνθεσης αυτής, διότι κατά την επίμαχη συνεδρίαση προήδρευσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο οποίος είχε υποβάλει τη σχετική πρόταση περί αναγκαστικής μετάθεσης του αιτούντος. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς, παρά το γεγονός ότι ο αιτών παρέστη κατά τη συνεδρίαση της 8.2.2006 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και εξέθεσε τις απόψεις του χωρίς να υποβάλει αίτηση εξαίρεσης του Αρχιεπισκόπου. Και τούτο, διότι ο λόγος εξαίρεσης του τελευταίου προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου και συγκεκριμένα από την 5487/5-12-2005 πρότασή του προς τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, με την οποία ζητήθηκε η αναγκαστική μετάθεση του αιτούντος λόγω (και) υπαίτιας συμπεριφοράς του, και έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, αφού αφορά στη νόμιμη σύνθεσή της, όπως αυτεπαγγέλτως εξετάζονται από το ακυρωτικό δικαστήριο λόγοι που αφορούν στη νόμιμη σύνθεση του διοικητικού οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, εφόσον τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. ΣτΕ 2364/2006, 2126/1990, 225/1986). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών πρότεινε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο την αναγκαστική μετάθεση του αιτούντος εφημέριου για λόγους που αφορούν και σε υπαίτια συμπεριφορά του, ακολούθως, όμως, προήδρευσε της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου κατά τη συνεδρίασή της 8.2.2006, στην οποία συζητήθηκε το θέμα και λήφθηκε η σχετική απόφαση, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 3 και 37 παρ. 7 περ. β΄ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος, και κατ’ αποδοχή του, θα έπρεπε η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
 
8. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας των πιο πάνω ζητημάτων, το Τμήμα με την παρούσα σύνθεσή του κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στην επταμελή του σύνθεση και να ορισθούν εισηγητής ο Πάρεδρος Δ. Βανδώρος και δικάσιμος η 31/1/2008.
 
Δ ι α  τ α ύ τ α
 
Παραπέμπει την υπόθεση στο Τμήμα με επταμελή σύνθεση.
Ορίζει εισηγητή τον Πάρεδρο Δ. Βανδώρο και δικάσιμο την 31η Ιανουαρίου 2008.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου και 23 Μαΐου 2007
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος
Π.Ζ. Φλώρος
Ο Γραμματέας
Ν. Αθανασίου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Οκτωβρίου 2007.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος
Σωτ. Ρίζος
Ο Γραμματέας
Ν. Αθανασίου
 
 
για τον "ΒΑΛΣΑΜΩΝ" συνδέσεις επικοινωνία συχνές ερωτήσεις όροι χρήσης Copyright © - Web Site by WeC.O.M.