ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Ν.Υ. ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
 
ή δοκιμάστε την προηγμένη αναζήτηση 

Αναλυτική Αναζήτηση
Χρησιμοποιήστε την αναλυτική αναζήτηση με φίλτρα για καλύτερα στοχευμένα αποτελέσματα
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΣτΕ 1440/1993
Αριθμός Απόφασης : 1440
'Ετος : 1993
Δικαστήριο : Συμβούλιο της Επικρατείας


Αριθμός 1440/1993

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 1993, με την εξής σύνθεση : Αν. Μαρίνος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Κουβελάκης, Γ. Κοσμάς, Σύμβουλοι, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Χρ. Ράμμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη.

Γ ι α  να δικάσει την από 3 Φεβρουαρίου 1992 αίτηση :

τ ο υ  Π-Χ Γ. Π., Αρχιμανδρίτου, κατοίκου Νίκαιας Αττικής (Κ. 28), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Αντωνάκο (Α.Μ. 2856), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κ α τ ά  της Ε. της Ελλάδος, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Λιλαίο (Α.Μ. 258), που τον διόρισε με πρακτικό Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η 16/1991 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Γ. Κοσμά. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της Ε., ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη κ α ι ,

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή για την άσκηση της αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και το παράβολο (διπλότυπα ΔΟΥ Δικ. Εισπρ. Αθηνών 9685291/92 και γραμμάτια παραβόλου 1032033, 4494560).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της 16/12.12.91 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου συνοδικού, για πρεσβυτέρους, διακόνους και μοναχούς δικαστηρίου, εκδοθείσης κατ' αντιμωλίαν, με την οποία επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον αιτούντα, άγαμο κληρικό, η ποινή της εξαμήνου αργίας από πάσης ιεροπραξίας, δίχα στερήσεως των αποδοχών αυτού, μετ' εκπτώσεως από την εφημεριακή του θέση στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Νικαίας, επειδή, κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου συνοδικού δικαστηρίου, αυτός υπέπεσε στα παραπτώματα: α) της απειθείας προς την προϊσταμένη του Εκκλησιαστική Αρχή, β) της καταφρονήσεως της προϊσταμένης του Εκκλησιαστικής Αρχής, γ) της παρ' ενορίαν πράξεως και δ) του σκανδαλισμού των πιστών.

3. Επειδή η επιβληθείσα στον αιτούντα ποινή προβλέπεται από το άρθρο 11 Ν. 5383/32 (Α' 110), όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά από τα άρθρα 2 παρ. 3 Ν.Δ. 1714/42 (Α' 221) και 3 Ν. 898/43 (Α' 373) και επιβάλλεται από το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 17 Ν. 5383/32, όπως αντικαταστάθηκε τελικά από το άρθρο 7 Ν. 898/43.

4. Επειδή, το άρθρο 44 του Ν. 590/1977 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος), ορίζει ότι "τα παραπτώματα των κληρικών και μοναχών τα σχετικά προς τα καθήκοντα και τας επαγγελίας της ομολογίας αυτών, τα συνεπαγόμενα κανονικάς κυρώσεις, εκδικάζονται υπό των εκκλησιαστικών δικαστηρίων". Η ίδια διάταξη, προέβλεψε την έκδοση ειδικού Νόμου που θα ρυθμίζει τα της ιδρύσεως, συγκροτήσεως, αρμοδιότητας και της λειτουργίας των παραπάνω οργάνων της Εκκλησίας όρισε δε ότι μέχρι της εκδόσεως νέου Νόμου εξακολουθεί να ισχύει ο Ν. 5383/1932 "περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας". Ο τελευταίος αυτός Νόμος (5383/1932), ορίζει (άρθρ. 1) ότι "προς διατήρησιν της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και προς τιμωρίαν των υποπεσόντων εις παράπτωμα ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και μοναχών καθίστανται τα εξής εκκλησιαστικά δικαστήρια: α) επισκοπικά δικαστήρια β) τα συνοδικά δικαστήρια, πρωτοβάθμιον και δευτεροβάθμιον γ) τα δια τους αρχιερείς δικαστήρια, πρωτοβάθμιον και δευτεροβάθμιον, δ) το δια τους συνοδικούς δικαστήριον. Το Επισκοπικό δικαστήριο συγκροτείται από τον οικείο Μητροπολίτη και από δύο ιερείς (άρθρο 2). Από τους παραπάνω αποφασιστική ψήφο έχει μόνο ο Μητροπολίτης (άρθρο 5). Το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο συνοδικά δικαστήρια συγκροτούνται από μέλη της Ιεράς Συνόδου (άρθρο 13) κλπ. Το άρθρο 10 προβλέπει τις ποινές που μπορεί να επιβάλλει το επισκοπικό δικαστήριο, που είναι α) επίπληξη β) στέρηση του μισθού γ) χρηματική ποινή δ) αργία από τέλεση ιεροτελεσίας μετά ή άνευ στερήσεως του μισθού ε) αργία ενός και ημίσεος έτους μετά παύσεως από την εφημεριακή θέση στ) σωματικό περιορισμό κατ' οίκου μέχρι 15 ημερών ζ) έκπτωση από του αξιώματος. Το συνοδικό δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τις ίδιες με το επισκοπικό ποινές μέχρι του τριπλασίου και την ποινή της καθαιρέσεως . . .

5. Επειδή, το Σύνταγμα (άρθρο 87) ορίζει ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια, συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαύουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία. Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια με οποιοδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συσταθούν (άρθρο 8). Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος προκύπτει ότι η απονομή της δικαιοσύνης ανατίθεται αποκλειστικώς στα τακτικά δικαστήρια που συγκροτούνται όπως αναφέρθηκε και λειτουργούν με τις εγγυήσεις που επίσης συνταγματικά καθιερώνονται (άρθρ. 93 επ.). Κανενός άλλου δικαστηρίου δεν είναι ανεκτή από την ελληνική έννομη τάξη η ύπαρξη και υπαγωγή σε αυτό, λόγω της ασκήσεως λειτουργήματος ή επαγγέλματος, ορισμένης κατηγορίας πολιτών. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα ερμηνευόμενες οι παρατεθείσες διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Ν. 5383/1932, έχουν την έννοια ότι τα παρά πάνω εκκλησιαστικά δικαστήρια, που συγκροτούνται από κληρικούς, δεν είναι φορείς δικαστικής εξουσίας, η δε από τον Νόμο απονομή της ονομασίας αυτής, δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση τους, όπως αυτή καθορίζεται από τους βασικούς κανόνες οργανώσεως του Κράτους.

6. Επειδή, τα όργανα αυτά της Εκκλησίας, ιδρύθηκαν για την διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και την τιμωρία των υποπεσόντων σε παράπτωμα κληρικών (άρθρ. 1 Ν. 5383/1932). Την πειθαρχική της αυτή αρμοδιότητα η Εκκλησία ασκεί με τα όργανά της αυτά, άλλοτε μεν επιβάλλουσα πνευματικής μόνο φύσεως ποινές, που σαν τέτοιες διαφεύγουν τον δικαστικό έλεγχο, άλλοτε δε με ποινές, που επηρεάζουν αμέσως την υπηρεσιακή σχέση κληρικού-εκκλησίας και τα από αυτή προκύπτοντα δικαιώματα (στέρηση μισθού, χρηματική ποινή, αργία, έκπτωση κλπ.). Στη τελευταία αυτή περίπτωση τα πειθαρχικά όργανα της Εκκλησίας, όταν λειτουργούν συλλογικά, έχουν τον χαρακτήρα πειθαρχικών συμβουλίων, που για την εξασφάλιση των αρχών του Κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης, πρέπει να ακολουθούν τουλάχιστον ως προς την σύνθεσή τους και την πειθαρχική διαδικασία τις βασικές αρχές του πειθαρχικού δικαίου. Οι εκδιδόμενες δε από αυτά αποφάσεις, ως εκτελεστές πράξεις διοικητικών αρχών, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε. 825/88 Ολομ.). Αν και κατά την γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου με αποφασιστική ψήφο και ενός παρέδρου τα υπό των ως άνω διατάξεων χαρακτηριζόμενα ως "εκκλησιαστικά δικαστήρια" είναι όργανα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας πνευματικού καθαρά χαρακτήρα με τα οποία η Εκκλησία αυτή πειθαναγκάζει τους κληρικούς της και τους μοναχούς της να εκπληρώσουν τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών όπως τούτο σαφώς συνάγεται: πρώτον εκ του ότι ήδη από του έτους 1833 με τη Διακήρυξη "περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας" ορίσθηκε ότι (άρθρο 10 περιπτ. ε') μεταξύ των άλλων καθαρώς εσωτερικών (πνευματικών) ζητημάτων που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή (δόγμα, λατρεία κλπ.) είναι και το ζήτημα της "εκκλησιαστικής πειθαρχίας", δεύτερον εκ του ότι τόσον ο ν. 5383/32 όσον και ο ν. 590/77 ορίζουν ότι τα εκκλησιαστικά δικαστήρια επιβάλλουν "κανονικές" κυρώσεις για παράβαση των ως άνω χρεών της επαγγελίας δηλαδή για "κανονικά" παραπτώματα και τρίτον εκ του ότι ο ν. 590/77 ορίζει ότι ανώτατο ουσιαστικό εκκλησιαστικό δικαστήριο για τους αρχιερείς είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ενώπιον του οποίου ασκείται το έκκλητο, το οποίον είναι ένα από τα μέσα με τα οποία εξασφαλίζεται η και συνταγματικά κατοχυρωμένη πνευματική ένωση της Ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο. Με τα δεδομένα αυτά τα εκκλησιαστικά δικαστήρια ούτε πολιτειακά δικαστήρια είναι ούτε διοικητικά (πειθαρχικά) όργανα μπορούν να λογισθούν (ΣτΕ Ολομ. 2800/72 κ.ά.) οι δε αποφάσεις εκτελούνται σε βάρος των κληρικών και μοναχών μόνον εφ' όσον αυτοί εξακολουθούν να συμφωνούν με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, σε περίπτωση δε αρνήσεώς τους προς τούτο η Πολιτεία δεν δικαιούται να παράσχει στην Εκκλησία τη συνδρομή της προς εκτέλεση αυτών γιατί τούτο θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 13 του Συντάγματος. 7. Επειδή η προσβαλλόμενη ποινή επηρεάζει αμέσως τις σχέσεις εκκλησίας-κληρικού και τα προκύπτοντα από αυτήν δικαιώματα και συνεπώς η απόφαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου που την επιβάλλει υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου. Δεδομένου δε ότι αφορά σε πνευματικό κυρίως και θρησκευτικό λειτουργό και όχι δε διοικητικό υπάλληλο, έχει το χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως και υπάγεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στην αρμοδιότητα του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 1534/92 και 4625/83).

8. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 132 του Ν. 5383/32, όπως τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 Ν. 898/43, η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου συνοδικού δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου συνοδικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, εφόσον θεσπίζεται από τον νομοθέτη δεύτερος βαθμός κρίσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου συνοδικού δικαστηρίου, με την οποία πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή και κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου συνοδικού δικαστηρίου (αριθ. πρωτ. 3987/20.12.1991), απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 του π. δ/τος 18/1989 υπό τον τίτλο "κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" (ΦΕΚ 8).

Δ ι α  τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. Διατάζει την κατάπτωση του παραβόλου και Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τη δικαστική δαπάνη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που ανέρχεται σε δέκα τέσσερις χιλιάδες (14.000) δραχμές. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1993

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Αν. Μαρίνος

Η Γραμματέας Β. Ραφαηλάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1993.

Ο Πρόεδρος του Γ' Τμήματος Κ. Μ. Χαλαζωνίτης

Η Γραμματέας Μ. Παπασαράντη

για τον "ΒΑΛΣΑΜΩΝ" συνδέσεις επικοινωνία συχνές ερωτήσεις όροι χρήσης Copyright © - Web Site by WeC.O.M.